Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

Η αυτοκτονική πράξη της Αντιγόνης



Η Αντιγόνη εμπρός στο νεκρό Πολυνείκη (1865). 
Λάδι σε καμβά, 100 εκ. x 157 εκ. 
Νικηφόρος Λύτρας.
Εθνική Πινακοθήκη της Ελλάδας - Μουσείο Αλεξάνδρου Σούτζου.


Ο Ζίζεκ δεν απομακρύνεται ιδιαίτερα από το πρότυπο του αγωνιστή- πολεμιστή καθώς εξιδανικεύει την απόφαση της Αντιγόνης να προβεί σε μια ηρωική πράξη αμφισβήτησης του (συμβολικού) Νόμου του Κρέοντα. Η ηρωική πράξη της Αντιγόνης είναι πράξη αυτοκτονίας, υπακούει σε μια ενόρμηση θανάτου. Η πράξη του Ζίζεκ ισοδυναμεί με μια βίαιη και θανατηφόρα εισβολή του Πραγματικού που θα εξαρθρώσει την υπάρχουσα σταθερότητα του Νόμου που εγγυάται την συμβολική τάξη. Η αντίσταση στον Νόμο εξισώνεται από τον Ζίζεκ με μια στιγμιαία πράξη η οποία θα μετασχηματίσει την πραγματικότητα κατακλυσμιαία και η προσωπική θυσία της ηρωίδας δείχνει την αφοσίωση σε μια ηθική πέραν του καλού και του κακού, σε μια ηθική της ψυχανάλυσης. Ο μεσσιανισμός, με μεσσία και η αυτοκτονία ως ηρωική πράξη αποτελούν για τον Ζίζεκ το θεωρητικό πλαίσιο του εγχειρήματός του. Ο Ζίζεκ παρουσιάζει την ηρωική αυτή πράξη ως αδύνατη η οποία εκ των υστέρων καταδεικνύεται ως δυνατή. Μόνον η πραγματοποίηση του αδυνάτου τροποποιεί αναδρομικά τις δυνατότητες του παρελθόντος.
Ο Ζίζεκ στο βιβλίο του Μίλησε κανείς για ολοκληρωτισμό (σελ. 234) αρνείται ότι η πράξη της Αντιγόνης είναι αβυσσαλέα με την έννοια μιας ανορθολογικής χειρονομίας που διαφεύγει όλα τα ορθολογικά κριτήρια. Η πράξη μπορεί και οφείλει να κριθεί επί την βάση καθολικών ορθολογικών κριτηρίων αλλά αναδημιουργεί τα κριτήρια με τα οποία πρέπει να κριθεί. Η ηθική πράξη δεν είναι αυτή που παραβιάζει τον νόμο όπως συμβαίνει στον Μπατάιγ ο οποίος εγκλωβίζεται σε μια προνεωτερική αντίληψη της σχέσης νόμου και επιθυμίας. Η ηθική πράξη είναι αυτή που διαφέρει από μια απλοϊκή  σύλληψη της παράβασης στο ότι επαναπροσδιορίζει τι είναι ένας νομικός κανόνας και δεν οδηγεί σε έναν φαύλο κύκλο αποδοχής και παραβίασης του νόμου.
Όσον αφορά τον κατακλυσμιαίο χαρακτήρα της ηθικής πράξης ο Ζίζεκ στο κείμενό του «Εναντίον μιας πολιτικής της Jouissance» απαντώντας στην δριμεία κριτική του Σταυρακάκη αρνείται κατηγορηματικά ότι η ηθική πράξη ενέχει το καθεστώς ενός στιγμιαίου θαύματος. Ο Ζίζεκ υποστηρίζει ότι η εγκαθίδρυση ενός νέου κύριου σημαίνοντος δεν σημαίνει την αποδοχή μιας φαντασίωσης πληρότητας. Αυτό βασίζεται στην εξής ερμηνεία: O Ζίζεκ υποστηρίζει ότι στο συμβολικό υπάρχει η έλλειψη ενώ στο επίπεδο του πραγματικού υπάρχει τρύπα. Έτσι το αντικείμενο α στην τάξη του συμβολικού είναι αυτό που καλύπτει την έλλειψη ενώ στο επίπεδο του πραγματικού είναι αυτό που δημιουργεί την έλλειψη  στο συμβολικό, ταυτίζεται με το κενό. Έτσι  στην τάξη του πραγματικού  η ενόρμηση είναι συνεχώς ανικανοποίητη εφόσον κινητοποιείται διηνεκώς γύρω από τον στόχο της χωρίς ποτέ να τον πετύχει υπακούοντας έτσι στην ενόρμηση του θανάτου.  Με αυτόν τον τρόπο δεν επιτρέπει την καθήλωση της jouissance. Ο Ζίζεκ φαίνεται να έχει επηρεαστεί από την μπαντιουική έννοια του συμβάντος σε αυτό το σημείο. Η ηθική πράξη της Αντιγόνης διανοίγει τον χώρο ενός συμβάντος.
Ο Ζίζεκ σπεύδει να απαντήσει στην κατηγορία ότι η επιθυμία της Αντιγόνης είναι αυτοκτονική. Η πράξη της Αντιγόνης σύμφωνα με τον Ζίζεκ δεν είναι απλά έκφραση μιας καθαρής επιθυμίας θανάτου. Αν σήμαινε αυτό τότε η Αντιγόνη θα είχε απλά αυτοκτονήσει χωρίς να δημιουργήσει καμία φασαρία στους γύρω της. Η πράξη της δεν ωθούνταν από μια συμβολική παρώθηση για να πεθάνει αλλά από μια απροϋπόθετη επιμονή της σε ένα συμβολικό τελετουργικό. Στο βιβλίο του In defense of lost causes ο Ζίζεκ υποστηρίζει ο η Αντιγόνη επιμένει μέχρι θανάτου στην εκτέλεση μιας συμβολικής πράξης, της πρέπουσας ταφής του αδελφού της. Η Αντιγόνη δεν υποστηρίζει ένα υπερ-συμβολικό πραγματικό αλλά το καθαρό σημαίνον- η καθαρότητά της είναι αυτή του σημαίνοντος (σελ.305). Ο Σταυρακάκης σε άρθρο του αμφισβητεί την καθαρότητα της πράξης της Αντιγόνης εφόσον φαίνεται ο ίδιος ο Ζίζεκ να αποδέχεται ότι η πράξη της ενέχει κάτι της τάξης του συμβολικού, ότι ενέχει την τάξη του σημαίνοντος.   
Τέλος η αυτοθυσία της Αντιγόνης βασίζεται σε μια επαναδιαπραγμάτευση της καντιανής προσταγής από την οπτική της ενόρμησης θανάτου. Η ηθική πράξη της Αντιγόνης επιβεβαιώνεται ως ηθική εφόσον η επιθυμία της δεν σκοπεύει σε κάποιο ίδιον όφελος αλλά υπακούει στο πέραν της αρχής της ευχαρίστησης δηλαδή στην ενόρμηση θανάτου και για αυτό ο Λακάν την αποκαλεί καθαρή επιθυμία. Η Αντιγόνη μέσα από την πράξη της κάνει το καθήκον της ακόμη και αν το διακύβευμα είναι η ίδια η ζωή της. 

Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

Η πράξη (ΙΙ)


 Aν υπάρχει υποκείμενο της πράξης, αυτό δεν είναι το υποκείμενο της υποκειμενοποίησης. Δεν πρόκειται για την ενσωμάτωση της πράξης στο σύμπαν της συμβολικής αναγνώρισης, την αναγνώριση της πράξης ως δικής μου (Zizek,1999:374). Το υποκείμενο αφού πραγματοποιηθεί η πράξη αντιδρά ως εξής: «παρά το ότι δεν ξέρω πως το έκανα , απλά συνέβη» . Ο φορέας της πράξης δεν είναι το υποκείμενο της υποκειμενοποίησης αλλά το ανοίκειο ακέφαλο υποκείμενο. Στην πράξη το υποκείμενο σύμφωνα με τον Λακάν θέτει τον εαυτό του ως αίτιο και δεν καθορίζεται πλέον από ένα αποκεντρωμένο αντικείμενο αίτιο (Zizek,1999:375).
Η πράξη είναι κάτι που συμβαίνει απροσδόκητα. Η πραγματοποίησή της εκπλήσσει το ίδιο το υποκείμενο. Το παράδοξο της πράξης είναι ότι η μεγαλύτερη ελευθερία συμπίπτει με τη μεγαλύτερη παθητικότητα, με την αναγωγή σε ένα άβιο αυτόματο που εκτελεί την πράξη τυφλά (Zizek,1999:375).
Η πράξη είναι επιτελεστική με τρόπο που υπερβαίνει την γλωσσική πράξη. Η επιτελεστικότητά της είναι αναδραστική, επανακαθορίζει το δίκτυο των δικών της προϋποθέσεων (Zizek,1991:192).  Η πράξη πετυχαίνει όταν συρράφει εκ νέου το παρελθόν της , τις συνθήκες της, διαγράφοντας τον σκανδαλώδη χαρακτήρα της. Η πράξη η ανάδυση ενός νέου κύριου σημαίνοντος, ενός χτυπήματος του δάχτυλου  που ως εκ θαύματος οδηγεί το προηγούμενο χάος σε μια νέα αρμονία (Zizek,1991:193). Αυτό που χάνεται μετά την θεμελίωση της νέας αρμονίας είναι ο ενδεχομενικός, σκανδαλώδης και αβυσσαλέος χαρακτήρας του νέου κύριου σημαίνοντος (Zizek:1991:193).
Η πράξη δεν μπορεί ποτέ να είναι παρούσα με την έννοια ότι το υποκείμενο δεν γνωρίζει ποτέ πλήρως ότι «τώρα» θεμελιώνει μια νέα συμβολική τάξη (Zizek,1991:222). Μόνον εκ των υστέρων αντιλαμβάνεται αυτό που έχει κάνει. Το υποκείμενο λειτουργεί σαν αυτόματο, σαν να μην είχε άλλη επιλογή, σαν να μην μπορούσε να δράσει διαφορετικά. Εκ των υστέρων αποδεικνύεται ότι αυτό που το υποκείμενο θεωρούσε αναγκαιότητα ήταν ελεύθερη επιλογή του. Έτσι το υποκείμενο ποτέ δεν είναι ελεύθερο αλλά εκ των υστέρων συνειδητοποιεί ότι θα είναι ελεύθερο (will have been) (Zizek,1991:222). 
Η τρελή και αδύνατη επιλογή του υποκειμένου γίνεται μέσα σε ένα πλαίσιο εξαναγκασμένης επιλογής. Η επιλογή του υποκειμένου είναι εξαναγκασμένη γιατί το υποκείμενο καθορίζεται μέσα από το δίκτυο των σημαινόντων της συμβολικής τάξης. Σε αυτή την κατάσταση εξαναγκασμένης επιλογής το υποκείμενο προσπαθεί να χτυπήσει τον εαυτό του, αυτό που είναι το πιο πολύτιμο σε αυτόν, παίρνει έναν χαρακτήρα θυσίας. Με τον αποχωρισμό από αυτό το πολύτιμο αντικείμενο, το υποκείμενο κερδίζει έναν χώρο ελεύθερης επιλογής (Zizek,2000:150). Το πολύτιμο αντικείμενο το οποίο το υποκείμενο θυσιάζει, είναι το αντικείμενο α, ο πυρήνας της ύπαρξής του. Έτσι στην πράξη εκτός από την προσωρινή αφάνιση του υποκειμένου συμβαίνει ταυτόχρονα και εξαφάνιση του αντικειμένου.

Παρασκευή, 8 Ιουνίου 2012

Η πράξη


Untitled
Keith Haring


του Kraftwerk


Η εκδραμάτιση, το πέρασμα στην πράξη και η συμβολική πράξη

 Η αναλυτική πράξη πρέπει να διακριθεί από την υστερική εκδραμάτιση (acting out), από το ψυχωτικό πέρασμα στην πράξη (passage a la acte) και από τη συμβολική πράξη (Zizek,2001:84). Τα χαρακτηριστικά και τις ουσιώδης διαφορές τους θα τις αναλύσουμε παρακάτω. Η εκδραμάτιση έχει κυρίως φανταστικό χαρακτήρα και πραγματοποιείται  μέσα σε μια σκηνή. Η σκηνή είναι η ομιλία και το υποκείμενο δρα πάνω σε αυτή τη σκηνή υπό το βλέμμα του Άλλου. Το υστερικό  υποκείμενο φαντάζεται την επίδραση της πράξης του, το ότι θα υπάρξουν μάρτυρες της πράξης του και ότι η είδηση θα διαδοθεί δημόσια (Zizek,2000:28). Πρόκειται για μια ναρκισσιστική ικανοποίηση. Στην υστερική εκδραμάτιση το υποκείμενο σκηνοθετεί με   θεατρικό τρόπο τη συμβιβαστική λύση στο τραύμα που αυτό δεν μπορεί να αντιμετωπίσει. 
Στο ψυχωτικό πέρασμα στην πράξη (passage a la acte) το αδιέξοδο είναι τόσο εξουθενωτικό που το υποκείμενο δεν μπορεί καν να φανταστεί μια οδό διαφυγής (Zizek,2001:84). Το μόνο που μπορεί να κάνει είναι να προσκρούει στο πραγματικό, απελευθερώνοντας καταστροφική ενέργεια. Στο ψυχωτικό passage a lacte αυτό που εκπίπτει δεν είναι το αντικείμενο προκειμένου να φανερωθεί το κενό αλλά αυτό που εξαφανίζεται είναι η θέση του κενού  (Zizek,2000:29). Έτσι το αυτοκτονικό passage a lacte  δεν αποτελεί έκφραση της ενόρμησης  θανάτου αλλά ακριβώς το αντίθετό της.
Ωστόσο θα πρέπει να τονιστεί ότι η κύρια διαφορά της εκδραμάτισης (acting out) από την το πέρασμα στην πράξη (passage a lacte) βασίζεται στην διαφορετική σχέση τους με τη φαντασίωση. Η εκδραμάτιση αποτελεί μια αναπαράσταση της φαντασίωσης ενώ το πέρασμα στην πράξη αποτελεί μια διαμαρτυρία εναντίων της φαντασίωσης ωστόσο δεν οδηγεί στην διέλευση της, αφήνει ανέπαφο το φαντασιωσικό σενάριο (Pluth:2007,100).
Η συμβολική πράξη είναι η καθαρά τυπική, αυτοαναφορική χειρονομία της αυτό-επιβεβαίωσης της υποκειμενικής του θέσης κάποιου (Zizek,2001:85). Η γλωσσική πράξη είναι δυνατή μόνον εφόσον αποδεχόμαστε την αλλοτρίωση που επιβάλλει το συμβολικό καθώς και την φαντασματική υποστήριξή του.Στη συνέχεια θα εξετάσουμε τα βασικά χαρακτηριστικά της αναλυτικής πράξης τα οποία σχετίζονται με τον ριζικό μετασχηματισμό τόσο του υποκειμένου όσο και της συμβολικής τάξης.

Η αναλυτική πράξη

Η αναλυτική πράξη ταυτίζεται με την διέλευση της φαντασίωσης. Ο Zizek θεωρεό ότι στο Lacan η πράξη αποτελεί καθαρά αρνητική κατηγορία (Zizek,1999:160). Η αναλυτική πράξη διαφέρει από την δράση ή την ενέργεια. Η πράξη σε αντίθεση με την δράση πραγματοποιείται μόνον όταν το φαντασματικό υπόβαθρο διαταράσσεται (Zizek,1999:374). Η πράξη ανάγεται στο πραγματικό, δεν υποστηρίζεται φαντασματικά, πραγματοποιείται ex nihilo.
Η πράξη ταυτίζεται με την θανάτωση του υποκειμένου, ωστόσο το υποκείμενο μετά την πράξη ξαναγεννιέται, μεταλλάσσεται, μεταμορφώνεται ριζικά (Μιλλέρ,2008:166). Το υποκείμενο δεν είναι το ίδιο πριν και μετά την πράξη. Η πράξη συνίσταται στο γίγνεσθαι άλλος. Η πράξη περιλαμβάνει μια προσωρινή έκλειψη ή αφάνιση του υποκειμένου, πρόκειται για μια παράλογη πράξη με την έννοια ότι το υποκείμενο διακινδυνεύει τα πάντα ακόμη και την συμβολική του ταυτότητα (Zizek,1992:44).
Πρότυπο της πράξης στη λακανική ψυχανάλυση αποτελεί η αυτοκτονία η οποία σύμφωνα με τον Λακάν αποτελεί την μόνη πράξη η οποία μπορεί να πετύχει.  Εκτός από την αυτοκτονία, το «έγκλημα» αποτελεί επίσης πρότυπο της γνήσιας πράξης. Κάθε γνήσια πράξη αποτελεί παράβαση και όχι απλώς κίνηση, ταραχή ή εκτόνωση. Κάθε πράξη είναι πάντα «έγκλημα» επειδή πραγματοποιεί μια υπέρβαση της συμβολικής κοινότητας στην οποία ανήκει το υποκείμενο (Zizek,1992:44). Η πράξη οδηγεί μέσα από την παράβαση, στην υπέρβαση του νόμου ή ενός κώδικα, οδηγεί σε μια τροποποίηση της κωδικοποίησης (Μιλλέρ,2007:156).
Σύμφωνα με τον Zizek (:234) η πράξη είναι μια παραβίαση του νόμου αλλά διαφέρει από την απλή εγκληματική παραβίαση στο ότι δεν παραβιάζει απλώς το νόμο αλλά επαναπροσδιορίζει τι είναι ένας νομικός κανόνας. Έτσι η πράξη είναι αβυσσαλέα ακριβώς με αυτή την έννοια της αναδιατύπωσης του κανόνα. Η πράξη διαφεύγει από όλα τα ορθολογικά κριτήρια ωστόσο αυτό δεν σημαίνει ότι είναι μια ανορθολογική χειρονομία. Η πράξη αναδημιουργεί τα καθολικά ορθολογικά κριτήρια με τα οποία πρέπει να κριθεί (Zizek,:234).
Η συνήθης χαμπερμασιανή προσέγγιση της λακανικής ηθικής αφορά την αντίθεσή της με το πνεύμα της πόλης. Η αυτοκτονική πράξη, συνιστά διάλυση του κοινωνικού δεσμού, διάλυση του Άλλου. Σε αυτή την κριτική είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η πράξη δεν αγνοεί την κοινωνική διάστασή της κοινότητας αλλά στοχεύει στο να θεμελιώσει έναν νέο κοινωνικό δεσμό (Zizek,1992:46).
Η πράξη στοχεύει στην καρδιά του είναι δηλαδή στην απόλαυση, ακολουθεί την ενόρμηση θανάτου. Ο ηρωισμός, ο οποίος αποτελεί μορφή μετουσίωσης σύμφωνα με το Λακάν δεν αποκλείει την βούληση για απόλαυση, αντίθετα τη μαρτυρεί, δηλαδή μπορεί κανείς για αυτό να θυσιάσει ακόμη και τη ζωή του (Μιλλέρ,2007:157). Ο ηρωισμός αποτελεί κατάφαση της ενόρμησης θανάτου. Κάθε πράξη είναι «εαυτό-»  είναι πράξη αυτοτιμωρίας.
Στην καρδιά κάθε πράξης υπάρχει ένα όχι! που ξεστομίζεται εναντίον του Άλλου. Η πράξη έχει πάντα αρνητικό χαρακτήρα, είναι πάντα πράξη εκμηδένισης ενώ το τελικό αποτέλεσμά της είναι πάντα αβέβαιο (Zizek,1992:44). Η αβεβαιότητα αφορά τον τρόπο με τον οποίο η πράξη θα μετασχηματίσει την συμβολική τάξη. Η πράξη είναι μια τομή που μετά από αυτή τίποτα δεν μένει το ίδιο ενώ το καινούργιο που προκύπτει είναι πάντα παράγωγο της πράξης και ποτέ αποτέλεσμα ενός σχεδιασμού (Zizek,1992:47).

Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

Ενόρμηση θανάτου


Ενόρμηση

Η ενόρμηση ή ορμή (Trieb) σύμφωνα με το Λακάν θα πρέπει να διακριθεί από το ένστικτο (Instinkt). Το ένστικτο σχετίζεται με μια μυθική προγλωσσική ανάγκη που έχει βιολογική βάση ενώ η ενόρμηση δεν έχει καμιά σχέση με την ικανοποίηση βιολογικών αναγκών. Οι ενορμήσεις δεν μπορούν ποτέ να ικανοποιηθούν και δεν στοχεύουν σε ένα αντικείμενο αλλά περιστρέφονται διαρκώς γύρω από αυτό (Dylan,2005:207).  Η ενόρμηση δεν είναι εξ αρχής ενοποιημένη αλλά είναι αρχικά τεμαχισμένη σε μερικές ενορμήσεις.
Η ενόρμηση «ικανοποιείται» όταν αποτυγχάνει να πετύχει το στόχο της, όταν επαναλαμβάνει αυτή την αποτυχία. Η ατελείωτη κυκλοφορία γύρω από το αντικείμενο παράγει την ικανοποίησή της, παράγει απόλαυση, jouissance. Έτσι ο πραγματικός σκοπός της ενόρμησης δεν είναι να επιτύχει τον στόχο της αλλά να κυκλοφορεί ατελείωτα γύρω από αυτόν (Zizek,2006b:63) σχηματίζοντας ένα κλειστό κύκλωμα. Η ενόρμηση σύμφωνα με το Λακάν είναι άμετρη, επαναληπτική και τελικά καταστροφική και για αυτό το λόγο ο Λακάν υποστηρίζει ότι κάθε ενόρμηση, είναι ενόρμηση θανάτου (Dylan,2005:210) .
Η ενόρμηση θα πρέπει να διακριθεί από την επιθυμία. Η επιθυμία ωθεί στην εύρεση μιας αδύνατης πληρότητας μέσα από την προσκόλλησή της σε ένα αντικείμενο που λειτουργεί ως υπενθύμιση αυτής της πληρότητας. Επίσης πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ του αντικειμένου της επιθυμίας και του αντικειμένου ως αίτιου της επιθυμίας. Το αντικείμενο της επιθυμίας είναι χαμένο και αναδύεται ως επανευρεθέν. Το αντικείμενο της ενόρμησης είναι η ίδια η απώλεια.

Η ενόρμηση  θανάτου

Στο Λεξιλόγιο της ψυχανάλυσης των Laplance & Pontalis (1986:196) η ενόρμηση θανάτου (Todestrieb) ορίζεται ως αυτή που αντιτίθεται στην ενόρμηση της ζωής και τείνει στην ολοκληρωτική μείωση των εντάσεων δηλαδή στην επαναφορά του έμβιου όντος στην ανόργανη κατάσταση. Η ενόρμηση θανάτου είναι πρωτογενώς στραμμένη προς το εσωτερικό και τείνει προς την αυτοκαταστροφή και δευτερογενώς στραμμένη στο εξωτερικό οπότε και εκφράζεται ως επιθετική ενόρμηση ή ενόρμηση καταστροφής. Αυτή είναι η φροϋδική εννοιολόγηση της ενόρμησης θανάτου σύμφωνα με τους Laplanche & Pontalis ωστόσο ο Λακάν αντιτίθεται πλήρως σε αυτή την ερμηνεία.
 Ο Φρόυντ με τον όρο ενόρμηση  θανάτου εννοούσε ένα ανοίκειο πλεόνασμα ζωής, μια «απέθαντη» παρόρμηση που εμμένει πέρα από τον βιολογικό κύκλο της ζωής και του θανάτου, της γέννησης και της καταστροφής. Ο Φρόυντ εξισώνει την ενόρμηση θανάτου με τον λεγόμενο καταναγκασμό για επανάληψη, μια ανοίκεια παρόρμηση να επαναλαμβάνει οδυνηρές παρελθούσες εμπειρίες, η οποία φαίνεται να υπερβαίνει τους περιορισμούς του οργανισμού που επηρεάζεται από αυτή και εμμένει ακόμη και πέρα από το θάνατο του οργανισμού (Zizek,2008:54).
 Η ενόρμηση του θανάτου από τον Zizek γίνεται κατανοητή ως ριζική εγελιανή αρνητικότητα.. Η ενόρμηση του θανάτου δεν θα πρέπει να συγχέεται με την αρχή της νιρβάνα. Η ενόρμηση του θανάτου δεν σχετίζεται με την αυτό-εκμηδένηση ή την επιστροφή στην ανόργανη ύλη εξαιτίας της απουσίας κάποιας τάσης για ζωή αλλά ακριβώς το αντίθετο (Zizek,2006b:64). Η ενόρμηση του θανάτου αντιτίθεται πλήρως στην αρχή της νιρβάνα. Η αρχή της νιρβάνα αναφέρεται στην τάση κάθε ζωντανού συστήματος να βρεθεί στην κατάσταση της χαμηλότερης έντασης και ουσιαστικά στο θάνατο. Η αρχή της νιρβάνα δεν αποτελεί το αντίθετο της αρχής της ευχαρίστησης αλλά την υψηλότερη και πιο ριζική έκφρασή της (Zizek,2003:93). Έτσι σύμφωνα με τον Zizek η ενόρμηση θανάτου πρέπει να οριστεί ως «η πιο ριζική τάση ενός ζώντος οργανισμού είναι να διατηρεί μια κατάσταση έντασης, να αποφύγει μια τελική «χαλάρωση» επιτυγχάνοντας μια κατάσταση πλήρους  ομοιόστασης. Η ενόρμηση θανάτου είναι πέρα της αρχής της ευχαρίστησης, είναι το τυπικό παράδειγμα ενός οργανισμού που επαναλαμβάνει ατελείωτα την κατάσταση της έντασης » (Zizek,2004:24). Η ενόρμηση  θανάτου είναι το πραγματικό Κακό, είναι αυτό που μας οδηγεί να πράξουμε ενάντια στα συμφέροντά μας. Η ενόρμηση  θανάτου συνιστά μια τάση αυτό- υπονόμευσης. Για αυτό αντιτίθεται τόσο στην αρχή της ευχαρίστησης όσο και στην αρχή της πραγματικότητας (Zizek,2008b:87). Η αρχή της ευχαρίστησης οδηγεί στην «καλή ζωή» την προσανατολισμένη στην ευτυχία, την επιμέλεια του αυτού, τη σοφία της αυτοσυγκράτησης κτλ ενώ η ενόρμηση  θανάτου οδηγεί σε μια ζωή όπου δρούμε καταναγκαστικά εναντίον του δικού μας καλού (Zizek,2001b:149).
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη του Boothby σχετικά με την ενόρμηση θανάτου.Ο Boothby ερμηνεύει την ενόρμηση θανάτου με βάση την αντίθεση Φανταστικού και Πραγματικού. Το Εγώ κατά την συγκρότησή του μέσω της φανταστικής ταύτισης εξοστράκισε την ενόρμηση θανάτου. Ο Boothby ερμηνεύει την ενόρμηση θανάτου ως την επιστροφή της δύναμης της ζωής, την επιστροφή του Id που αποκλείστηκε  από την επιβολή της πετροποιημένης μάσκας του Εγώ (Zizek,1998:100). Η επανα-ανάδυση της  ενόρμησης θανάτου είναι η ανάδυση της ζωής ενώ το Εγώ την εκλαμβάνει ως απειλητική εξαιτίας του «καταπιεστικού» του χαρακτήρα. Η ενόρμηση  θανάτου εκδηλώνεται ως επιστροφή του Πραγματικού με δύο τρόπους, είτε ως καταστροφική και άγρια μη συμβολοποιημένη εκδήλωση είτε ως μετουσιωμένη στο συμβολικό επίπεδο (Zizek,1998:99). Έτσι το Συμβολικό ερμηνεύεται ως ένας συμβιβασμός που επιτρέπει την αποσπασματική έκφραση του Πραγματικού. Ο Zizek σε αυτό το σημείο διαφωνεί με τον Boothby τονίζοντας ότι το να εκλάβεις το Συμβολικό ως αυτό που πληρώνει το κενό μεταξύ του Φανταστικού και Πραγματικού παραγνωρίζει μια σημαντική οπτική. Το Συμβολικό δημιουργεί το  το τραύμα που διακηρύσσει ότι θεραπεύει (Zizek,1998:100). Έτσι ο Zizek υποστηρίζει ότι η ενόρμηση  θανάτου ενώ αρχικά θεωρείται ως το Συμβολικό, ταυτίζεται  τελικά από τον Lacan με το Πραγματικό.
Σύμφωνα με τον Zizek το υποκείμενο στην ψυχανάλυση δεν καθορίζεται πλήρως από το ασυνείδητο. Έκφραση της ελάχιστης ελευθερίας του υποκειμένου αποτελεί η ενόρμηση  θανάτου. Η ενόρμηση  θανάτου οδηγεί το υποκείμενο σε μια συμπεριφορά αυτόνομη που δεν δεσμεύεται από το περιβάλλον. Έτσι υπάρχει μια κρίσιμη αντίθεση που διέπει το υποκείμενο. Από τη μια η άρνηση της ελευθερίας του και η αποδοχή ότι καθορίζεται πλήρως από το περιβάλλον και από την άλλη η καντιανή (και σαδική) απροϋπόθετη αυτονομία (Zizek,2006b:223).