Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Ζακ Αλέν Μιλέρ: Για τον έρωτα (ΙΙ)


HW: «Ο έρωτας είναι πάντα αμοιβαίος» είπε ο Λακάν. Αληθεύει αυτό ακόμη στο παρόν πλαίσιο; Τι σημαίνει;

JAM: Αυτή η πρόταση επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά χωρίς να γίνεται κατανοητή ή γίνεται κατανοητή με λάθος τρόπο.  Δεν σημαίνει ότι το να είσαι ερωτευμένος με κάποιον είναι αρκετό για να είναι ερωτευμένος και εκείνος μαζί σου. Κάτι  τέτοιο θα ήταν ανόητο. Σημαίνει : «Αν σε έχω ερωτευτεί, είναι επειδή είσαι αξιαγάπητος. Εγώ είμαι αυτός που ερωτεύεται αλλά και εσύ ανακατεύεσαι σε αυτό, επειδή υπάρχει κάτι σε εσένα που με κάνει να σε ερωτευτώ. Είναι αμοιβαίο επειδή υπάρχει ένα πίσω-μπρος: η αγάπη που έχω για εσένα είναι το ανταποδοτικό αποτέλεσμα του αίτιου της αγάπης που είσαι για μένα.  Έτσι εμπλέκεσαι και εσύ. Ο έρωτάς μου για εσένα δεν είναι απλώς δικό μου ζήτημα αλλά και δικό σου. Ο έρωτας μου λέει κάτι για σένα που πιθανώς να μην το γνωρίζεις». Αυτό δεν εγγυάται ούτε στο ελάχιστο ότι κάποιος θα ανταποκριθεί στον έρωτα του άλλου: όταν αυτό συμβαίνει είναι πάντα της τάξης του θαύματος , δεν υπολογίζεται προκαταβολικά.

HW: Δεν τον ή την βρίσκουμε τυχαία. Γιατί αυτός ο άνδρας ή γιατί αυτή η γυναίκα ;

JAM: Είναι αυτό που ο Φρόιντ ονομάζει Liebesbedingung , η κατάσταση της αγάπης, το αίτιο της επιθυμίας. Είναι ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό ή σύνολο χαρακτηριστικών  που οδηγούν το άτομο να επιλέξει τον/ την αγαπημένο/η. Αυτό διαφεύγει εξολοκλήρου των  νευροεπιστημών, επειδή είναι μοναδικό σε κάθε άνθρωπο, εξαρτάται από την μοναδική του προσωπική ιστορία του. Για παράδειγμα ο Φρόιντ αναφέρει για έναν ασθενή του ότι αίτιο της επιθυμίας του ήταν η γυαλάδα μιας γυναικείας μύτης.

HW: Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς στον έρωτα θεμελιωμένη σε τέτοια ασήμαντα πράγματα!

JAM: Η πραγματικότητα του ασυνείδητου ξεπερνά την φαντασία. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσα θεμελιώνονται στην ανθρώπινη ζωή , ιδιαίτερα όσον αφορά τον έρωτα σε μικρά πράγματα, σε «θεϊκές λεπτομέρειες». Είναι αλήθεια ότι στους άντρες βρίσκεις τέτοια αίτια επιθυμίας  , τα οποία είναι όπως τα φετίχ. Η παρουσία τους είναι απαραίτητη για να πυροδοτηθεί η διαδικασία της αγάπης. Μικροσκοπικές ιδιαιτερότητες, ενθύμια του πατέρα, της μητέρας, του αδελφού, της αδελφής, κάποιου/ας από την παιδική ηλικία επίσης παίζει σημαντικό ρόλο στην επιλογή ερωτικού αντικειμένου από την γυναίκα. Αλλά η γυναικεία μορφή της αγάπης είναι περισσότερο ερωτομανιακή παρά φετιχιστική: θέλουν να αγαπηθούν και το ενδιαφέρον , η αγάπη που τους δείχνεται  είναι συχνά sine qua non για την πυροδότηση της αγάπης τους ή τουλάχιστο της συγκατάθεσής τους.  Αυτό το φαινόμενο βρίσκεται στην βάση του φλερτ των ανδρών στις γυναίκες.

HW: Αποδίδεις κάποιον ρόλο στις φαντασιώσεις;

JAM: Στις γυναίκες οι φαντασιώσεις είτε συνειδητές είτε ασυνείδητες έχουν αποφασιστικό ρόλο για τη θέση της jouissance από ότι η επιλογή του ερωτικού αντικειμένου.  Για τους άντρες ισχύει το αντίθετο.  Για παράδειγμα μια γυναίκα μπορεί να φτάνει σε οργασμό (απόλαυση) με την προϋπόθεση ότι φαντάζεται κατά τη συνουσία ότι την χτυπούν, τη βιάζουν, ή ότι είναι μια άλλη γυναίκα ή ότι είναι κάπου αλλού, απούσα.

HW: Και η αντρική φαντασίωση;

JAM:  Την συναντούμε στην ιστορία του έρωτα με την πρώτη ματιά.  Το κλασικό παράδειγμα που σχολιάστηκε από το Λακάν στη νουβέλα του Γκαίτε , το αιφνίδιο πάθος του Βέρθερου για τη Σαρλό τη στιγμή που τη βλέπει για πρώτη φορά καθώς ταΐζει τα παιδιά τριγύρω της. Εδώ είναι η μητρική ποιότητα της γυναίκας  που πυροδοτεί τον έρωτα. Ένα άλλο παράδειγμα παρμένο από την πρακτική μου είναι το εξής:  ένα αφεντικό στα 50 του βλέπει υποψηφίους για τη θέση γραμματέως. Μια νεαρή γυναίκα 20 χρονών έρχεται. Αμέσως  της δηλώνει τον έρωτά του. Αναρωτιέται τι του συνέβη και ξεκινά ανάλυση. Εκεί αποκαλύπτει τι πυροδότησε την αντίδρασή του. Στη γυναίκα συνάντησε χαρακτηριστικά που του θύμισαν τι ήταν στην ηλικία των 20 όταν πήγε στην πρώτη του συνέντευξη για δουλειά. Κατά κάποιον τρόπο ερωτεύτηκε τον εαυτό του. Σε αυτά τα δύο παραδείγματα βλέπουμε τις δύο πλευρές του έρωτα που διαχώρισε ο Φρόιντ: είτε ερωτεύεσαι κάποιον/α που προστατεύει ,σε αυτή την περίπτωση τη μητέρα ή ερωτεύεσαι την ναρκισσιστική εικόνα του εαυτού σου.  

HW: Ακούγεται σαν να είμαστε κούκλες!

JAM: Όχι μεταξύ του άνδρα και της γυναίκας τίποτα δεν γράφεται προκαταβολικά , δεν υπάρχει πυξίδα, προκαθορισμένη σχέση.  Η συνάντησή τους δεν είναι προγραμματισμένη όπως είναι μεταξύ του σπερματοζωαρίου και του ωάριου. Δεν έχει να κάνει ούτε με τα γονίδιά μας. Οι άνδρες και οι γυναίκες μιλούν, ζουν σε έναν κόσμο λόγου, και αυτό είναι καθοριστικό.  Οι τροπικότητες του έρωτα είναι εξαιρετικά ευαίσθητες στην περιβάλλουσα κουλτούρα. Κάθε πολιτισμός διακρίνεται για τον τρόπο που δομεί τη σχέση μεταξύ των φύλων. Τώρα στη Δύση, στις κοινωνίες μας που είναι φιλελεύθερες, νομικο-δικαιϊκές  το «πολλαπλό» είναι έτοιμο να εκθρονίσει το «ένα». Το ιδεώδες μοντέλο του μεγάλου έρωτα για μια ζωή αργά χάνει έδαφος αντιμέτωπο με το ταχύ ραντεβού, ,τον ταχύ έρωτα και ένα πλήθος εναλλακτικών, διαδοχικών ακόμη και ταυτόχρονων ερωτικών σεναρίων.

HW: Και η αγάπη με μακροπρόθεσμους όρους; Στην αιωνιότητα;

JAM: Ο Μπαλζάκ είπε: «κάθε πάθος που δεν είναι αιώνιο είναι φρικτό». Αλλά μπορεί ο δεσμός να κρατήσει για μια ζωή μέσα στην εγγραφή του πάθους; Όσο περισσότερο ένας άνδρας αφιερώνεται σε μια γυναίκα, τόσο περισσότερο τείνει να αποδεχτεί μια μητρική σήμανση για αυτόν: περισσότερο εξαϋλωμένη και απλησίαστη παρά αγαπημένη.  Οι παντρεμένοι ομοφυλόφιλοι αναπτύσσουν αυτή τη λατρεία της γυναίκας καλύτερα: Ο Αραγκόν  τραγουδάει τον έρωτα του για την Έλσα.  Όταν πεθάνει είναι γεια σας αγόρια! Και όταν μια γυναίκα γαντζώνεται σε έναν άντρα ,τον ευνουχίζει.  Έτσι το μονοπάτι είναι στενό. Το καλύτερο πεπρωμένο για τη συζυγική αγάπη είναι  η φιλία, αυτό είναι ουσιαστικά αυτό που είπε ο Αριστοτέλης.

HW: Το πρόβλημα είναι ότι οι άντρες λένε ότι δεν καταλαβαίνουν τι θέλουν οι γυναίκες και οι γυναίκες δεν ξέρουν  τι περιμένουν οι άντρες από αυτές...

JAM: Ναι.  Αυτό που έρχεται ως αντίρρηση στην αριστοτελική λύση είναι ότι ο διάλογος μεταξύ των δύο φύλων είναι αδύνατος όπως είπε ο Λακάν με έναν στεναγμό.  Οι ερωτευμένοι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να συνεχίζουν να μαθαίνουν την γλώσσα του άλλου επ’ αόριστον, ψηλαφώντας, αναζητώντας τα κλειδιά, κλειδιά που είναι πάντα ανακλήσιμα.  Ο έρωτας είναι πάντα ένας λαβύρινθος από παρεξηγήσεις όπου η έξοδος δεν υπάρχει.

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Ζακ Αλέν Μιλέρ : Για τον Έρωτα



Ερωτευόμαστε αυτόν/την που ανταποκρίνεται στην ερώτησή μας:
«Ποιος είμαι;»

Hanna Waar (από εδώ και στο εξής ΗW): Μας διδάσκει κάτι η ψυχανάλυση για τον έρωτα;

Jacques-Alain Miller ( από εδώ και στο εξής JAM): Πολλά πράγματα επειδή είναι μια εμπειρία που η πηγή του είναι ο έρωτας.  Είναι το ερώτημα του αυτοματικού και ακόμη συχνότερα αυτού του μη ασυνείδητου έρωτα που φέρνει ο αναλυόμενος  στον αναλυτή και καλείται μεταβίβαση. Είναι σκηνοθετημένος έρωτας αλλά φτιαγμένος από το ίδιο υλικό με τον αληθινό έρωτα.  Ρίχνει φως στον μηχανισμό του : ο έρωτας  απευθύνεται σε αυτόν/την τον/ την οποία που νομίζεις ότι γνωρίζει την αληθινή αλήθεια σου.  Αλλά ο έρωτας σου επιτρέπει να σκεφτείς ότι αυτή η αλήθεια είναι ευχάριστη ενώ στην πραγματικότητα είναι  δύσκολο να την αντέξεις.

HW: Τι είναι λοιπόν το να ερωτεύεσαι αληθινά;

JAM: Το να είσαι αληθινά ερωτευμένος είναι να πιστεύεις ότι με το να ερωτεύεσαι θα πάρεις μια αλήθεια για τον εαυτό σου.  Ερωτευόμαστε αυτόν/ή που έχει μια την ανταπόκριση ή μια ανταπόκριση στην ερώτησή μας: «Ποιος είμαι;»

HW: Γιατί κάποιοι γνωρίζουν πώς να ερωτεύονται και κάποιοι άλλοι όχι;

JAM: Μερικοί άνθρωποι ξέρουν πώς να προκαλέσουν τον έρωτα στο άλλο πρόσωπο, όντας εραστές κατά συρροή, παρομοίως άνδρες και γυναίκες. Γνωρίζουν τι ωθεί  κάποιον να ερωτευτεί. Αλλά δεν ερωτεύονται απαραιτήτως αλλά παίζουν τη γάτα με το ποντίκι με το θήραμά τους. Για να ερωτευτείς πρέπει να παραδεχτείς την έλλειψή σου και να αναγνωρίσεις ότι χρειάζεσαι τον/την άλλο/η, ότι σου λείπει.  Εκείνοι που νομίζουν ότι είναι πλήρεις μόνοι τους ή θέλουν να γίνουν δεν ξέρουν να ερωτεύονται. Και μερικές φορές το διαπιστώνουν με πόνο. Χειραγωγούν, κινούν τα νήματα αλλά για τον έρωτα δεν γνωρίζουν ούτε τα ρίσκα του ούτε την ευχαρίστησή του.

HW: «Πλήρεις μόνοι τους»: μόνο ένας άνδρας θα σκεφτόταν κάτι τέτοιο..

 JAM: Καλή παρατήρηση! Ο Λακάν συνήθιζε να λέει  : «Το να ερωτεύεσαι είναι να δίνεις κάτι που δεν έχεις». Αυτό σημαίνει: το να ερωτεύεσαι  είναι το να αναγνωρίζεις την έλλειψή σου και να τη δίνεις στον άλλο, να την τοποθετείς στον άλλο. Δεν είναι να δίνεις αυτό που κατέχεις, αγαθά και δώρα, είναι να δίνεις κάτι που δεν κατέχεις , κάτι που είναι πέρα από σένα. Για να το κάνεις αυτό πρέπει να αποδεχτείς την έλλειψη, τον «ευνουχισμό»  σου όπως έλεγε ο Φρόιντ.  Και αυτό είναι ουσιωδώς γυναικείο.  Κάποιος αγαπά πραγματικά από μια γυναικεία θέση. Η αγάπη σε εκθηλύνει (feminise). Για αυτό η αγάπη στον άνδρα είναι πάντα λίγο κωμική στον άνδρα.  Αν όμως αφεθεί να εκφοβιστεί από το γελοίο, τότε δεν είναι σίγουρος για τον ανδρισμό του.

HW: Είναι πιο δύσκολο για τους άνδρες να ερωτευτούν;

JAM: Ω ναι! Ακόμη και ένας ερωτευμένος άνδρας έχει αναλαμπές αξιοπρέπειας, ξεσπάσματα επιθετικότητας απέναντι στο αντικειμένο του έρωτά του, επειδή αυτός ο έρωτας τον βάζει σε μια θέση έλλειψης, εξάρτησης.  Για αυτό και μπορεί να επιθυμεί γυναίκες που δεν είναι ερωτευμένος , έτσι ώστε να επιστρέψει στην ανδροπρεπή  θέση που αναστέλλει  όταν είναι ερωτευμένος.  Ο Φρόιντ καλεί αυτή την αρχή «υποβάθμιση της  ερωτικής ζωής» στους άνδρες : τον διαχωρισμό μεταξύ έρωτα και σεξουαλικής επιθυμίας.

ΗW: Και στις γυναίκες;

JAM: Είναι λιγότερο συχνό. Στις περισσότερες περιπτώσεις υπάρχει ένας διπλασιασμός του ανδρικού συντρόφου.  Από τη μια είναι ο άνδρας που τους δίνει απόλαυση  και που επιθυμούν και από την άλλη ο άνδρας του έρωτα , που είναι εκθηλυμένος , απαραιτήτως ευνουχισμένος.  Μόνο που δεν είναι η ανατομία που βρίσκεται στην θέση του οδηγού: υπάρχουν μερικές γυναίκες που υιοθετούν μια ανδρική θέση.  Υπάρχουν όλο και περισσότερες. Ένας άνδρας για αγάπη και άλλοι άνδρες για απόλαυση, που γνώρισαν στο δίκτυο, στο δρόμο ή στο τρένο.

HW: Γιατί «όλο και περισσότερες»;

JAM: Τα κοινωνικοπολιτισμικά  στερεότυπα  της θηλυκότητας και της αρρενωπότητας βρίσκονται σε μια διαδικασία ριζικού μετασχηματισμού.  Οι άνδρες καλούνται να αποκαλύψουν τα συναισθήματά τους , να αγαπούν και να εκθηλυνθούν.  Οι γυναίκες αντιθέτως  υφίστανται μια πίεση για αρρενοποίηση: στο όνομα της νομικής ισότητας οδηγούνται στο να συνεχίζουν να λένε : «και εγώ επίσης». Την ίδια στιγμή οι ομοφυλόφιλοι/ες απαιτούν τα ίδια δικαιώματα και σύμβολα με τους ετεροφυλόφιλους  όπως ο γάμος και η γονεϊκότητα.  Υπάρχει μια μεγάλη αστάθεια στους ρόλους, μια διαδεδομένη ρευστότητα στο θέατρο του έρωτα που έρχεται σε αντίθεση με την σταθερότητα του χτες. Ο έρωτας γίνεται ρευστός όπως παρατήρησε ο κοινωνιολόγος Zygmunt Bauman. O καθένας οδηγείται στο να εφεύρει το δικό του life style , να υιοθετήσει τον δικό του τρόπο απόλαυσης και έρωτα. Τα παραδοσιακά σενάρια γίνονται σταδιακά ξεπερασμένα. Η κοινωνική πίεση για εναρμόνιση δεν έχει εξαφανισθεί αλλά φθίνει. 


Σάββατο, 15 Σεπτεμβρίου 2012

Ιουλιέτα ή Διαφωτισμός και ηθική (ΙΙΙ)


Στη Διαλεκτική του Διαφωτισμού η έννοια της ενόρμησης θανάτου σχετίζεται με την μίμηση. Ωστόσο αυτό δεν πρέπει να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι οι Α/Χ  την αποδέχονται. Η καταστροφικότητα είναι το τίμημα που πληρώνει κανείς όταν παραιτείται από την ικανοποίηση των ενορμήσεών του(Ιακώβου,2007:184) και δεν προέρχεται από μια εγγενή τάση. Το Αυτό μειώνει τις απαιτήσεις του κάτω από την πίεση του υπερεγώ.  Σε αντίθεση με το Ζίζεκ οι πράξεις της σαδικής Ιουλιέτας όπως υποστηρίζουν οι Α/Χ δεν αποτελούν έκφραση της ενόρμησης θανάτου την ύπαρξη της  οποίας δεν αποδέχονται, αλλά  αποτυπώνουν την συγκρότηση ενός ισχυρού Εγώ όπου έχει συντελεστεί η απώθηση με συγκεκριμένο τίμημα.
Θεωρούμε ότι η ανάλυση της σαδικής Ιουλιέτας από τους Α/Χ μπορεί να παραβληθεί με αυτή του Ζίζεκ και να χαρακτηριστεί ως διαμετρικά αντίθετη ενώ εκκινεί από κοινές παραδοχές, δηλαδή την ταυτότητα της καντιανής κατηγορικής προσταγής με την επιθυμία της Ιουλιέτας ή την ταυτότητα του Λόγου με την κυριαρχία. Ο Ζίζεκ όπως και ο Α/Χ δέχεται την στενή σχέση της καντιανής κατηγορικής προσταγής με το πρόταγμα της Ιουλιέτας ωστόσο αποδίδει θετικό περιεχόμενο σε αυτή τη συσχέτιση. Ο Ζίζεκ υποστηρίζει ότι η εγκληματική πράξη της Ιουλιέτας, αποτελεί μια πράξη χειραφέτησης, συνιστά διέλευση της θεμελιώδους φαντασίωσης. Η Ιουλιέτα καταστρέφει τη συμβολική τάξη, οδηγούμενη από την ενόρμηση θανάτου και δημιουργεί τον κενό χώρο ώστε μια νέα συμβολική τάξη να εδραιωθεί. Η συναισθηματική απάθεια με την οποία τελεί τα εγκλήματά της επιβεβαιώνουν ότι η πράξη της εκτείνεται πέραν της αρχής της ευχαρίστησης. Η Ιουλιέτα αποτελεί ένα τυπικό επαναστατικό πρότυπο κοινωνικού μετασχηματισμού για τον Ζίζεκ το οποίο εμφορείται από μια ψυχαναλυτική ηθική που δεν θεμελιώνεται στην έννοια του Αγαθού.
Οι Α/Χ αντιθέτως θεωρούν ότι η σαδική Ιουλιέτα αποτελεί προάγγελο και προτύπωση του ολοκληρωτισμού είτε με τη μορφή του ναζισμού/φασισμού είτε με τη μορφή του κρατικού σοσιαλισμού. Ο Διαφωτισμός είχε και μια σκοτεινή όψη η οποία εκφράστηκε παραστατικά μέσα από την Ιουλιέτα. Η συναισθηματική απάθειά της και οι εγκληματικές πράξεις της δεν δείχνουν τίποτα παρά μια επίθεση του Λόγου στον εαυτό του, φανερώνουν αντίφαση στον πυρήνα του διαφωτιστικού προτάγματος για αυτονομία. Η Ιουλιέτα δεν εκφράζει τίποτα άλλο παρά το αστικό υποκείμενο που είναι ικανό για κάθε είδους θηριωδία εκτελεσμένη με απόλυτα ορθολογικό τρόπο. Η σαδική Ιουλιέτα αποτελεί την ανάδυση ενός ισχυρού Εγώ όπου οι ενορμήσεις έχουν περισταλεί κάτω από τον έλεγχο που επιβάλλει η αρχή της πραγματικότητας. Βέβαια αυτή η περιστολή των ενορμήσεων οδηγεί στην συναισθηματική απάθεια, στην ανηδονία, στον συνεχή υπολογισμό και αυτοέλεγχο της συμπεριφοράς.
Τέλος η διαφορετική ψυχαναλυτική ερμηνεία αποτελεί τη βαθύτερη διαφορά μεταξύ του Ζίζεκ και των Α/Χ στην διάσταση που δίνουν στη σαδική Ιουλιέτα. Ο Ζίζεκ ερμηνεύει τη συμπεριφορά της μέσα από ένα καθαρά λακανικό πλαίσιο όπου δίνεται έμφαση στην πρώτη τοπική του Φρόιντ αλλά ταυτόχρονα υιοθετείται η ενόρμηση θανάτου από τη δεύτερη τοπική. Βέβαια στη λακανική ψυχανάλυση επικρατεί ένας μονισμός της ενόρμησης, κάθε ενόρμηση σεξουαλική ή άλλη αποτελεί έκφραση της ενόρμησης θανάτου. Αντιθέτως  οι Α/Χ αποδέχονται την δεύτερη τοπική αλλά επηρεασμένοι από την Εγώ-ψυχολογία απορρίπτουν την ενόρμηση θανάτου.

Σάββατο, 8 Σεπτεμβρίου 2012

Ιουλιέτα ή Διαφωτισμός και ηθική (ΙΙ)


Η απάθεια σύμφωνα με τους Α/Χ γίνεται χαρακτηριστικό της αυθεντικής αστικής ύπαρξης.  Πρόκειται για την απόσυρση του ατομικού αυθορμητισμού στην ιδιωτική σφαίρα. Η ευαισθησία, η συναισθηματική εμπλοκή αποτελεί μια κατάσταση μη επιθυμητή, επικίνδυνη. Όπως λέει η φίλη της Ιουλιέτας, Κλαιρβίλ : «η ψυχή μου είναι σκληρή, διότι δεν θα προτιμούσα την ευαισθησία από την ευτυχή απάθεια που απολαμβάνω. Ω, Ιουλιέτα… απατάσαι  ίσως ως προς την επικίνδυνη ευαισθησία, για την οποία τόσοι μωροί καμαρώνουν». Η απάθεια αποτελεί μια στρατηγική αντιμετώπισης των συναισθημάτων κάποιου. Η ιδιωτικότητα είναι η αναγνώριση της επισφάλειας και της αδυναμίας της αστικής τάξης μπροστά στον κίνδυνο της συναισθηματικής έκθεσης .
Έτσι σύμφωνα με τους Α/Χ η συναισθηματική απάθεια η οποία θεωρείται σημαντική τόσο από τον Καντ για την υπηρέτηση του καλού όσο και στο Σαντ για την εκπλήρωση του κακού, αποτελεί γνώρισμα της αστικής κοινωνίας και βασική συνιστώσα του εργαλειακού λόγου. Η απάθεια θεωρήθηκε ένα καθήκον απαραίτητο τόσο στην άσκηση της αρετής όσο και στην διάπραξη του εγκλήματος.  Ο Λόγος κατέστη αδύνατος να παράγει επιχειρήματα ενάντια στο φόνο και το έγκλημα όπως σημειώνουν οι Α/Χ. Έτσι ο χαρακτήρας του Διαφωτισμού είναι αντιφατικός όσο και αν οι απολογητές του επιδιώκουν να καλύψουν αυτό το γεγονός μέσα από αρμονιστικές διδασκαλίες (σελ 197).
Η περιγραφή των ιδιωτικών αμαρτωλών παθών του Σαντ δεν αποτελεί παρά προκαταβολική ιστοριογραφία των δημόσιων αρετών της εποχής του ολοκληρωτισμού (σελ 198). Η απαθής Ιουλιέτα αποτελεί μια έκφραση της φασιστικής βίας αλλά και του  σοσιαλισμού όπως υποστηρίζουν οι Α/Χ: «ο Σαντ φαντάστηκε όλη την πορεία του κρατικού σοσιαλισμού, στα πρώτα βήματα του οποίου ναυάγησαν  ο Σαιν Ζυστ και ο Ροβεσπιέρος…. Η ιστορία της Ιουλιέτας και της Ιουστίνης αποτελεί την ιστορία της σκέψης ως οργάνου της κυριαρχίας» (σελ 196). Η Ιουλιέτα και η Ιουστίνη  αποτελούν την νεωτερική αποτύπωση αυτής της κυριαρχίας που αποτινάζει το μυθικό επικάλυμμα κάτω από το οποίο αυτή εκφράζεται στην ομηρική Οδύσσεια.  Οι Α/Χ αναλύουν στο παράρτημα Ι με τίτλο Οδυσσέας ή Μύθος και διαφωτισμός την προαπεικόνιση του αστικού υποκειμένου στο ομηρικό έργο. Θα αναφερθούμε εν συντομία σε αυτό επικεντρώνοντας στα κοινά χαρακτηριστικά που αποδίδονται στον Οδυσσέα και τη σαδική Ιουλιέτα. Ο Οδυσσέας σε διάφορες περιπέτειές του βρίσκεται απέναντι σε πειρασμούς τους οποίους τελικά αρνείται.
Ο Οδυσσέας δεν αφήνεται στο τραγούδι των σειρήνων άνευ όρων, δεν παραδίδεται στην λήθη που προτείνουν οι Λωτοφάγοι βρισκόμενος σε μια κατάσταση όπου δεν γνωρίζει εργασία και αγώνα. Τέλος ο Οδυσσέας αρνείται την ερωτική ευτυχία που του υπόσχεται η Κίρκη. Ο Οδυσσέας λοιπόν δεν ενδίδει στις αρχαϊκές τάσεις του, τις επιθυμίες του, στην ηδονή. Αντιθέτως χαρακτηρίζεται από αυτοέλεγχο και πειθαρχία, περιστέλλει την προσωπική του ευχαρίστησή του προκειμένου να επιτύχει κάποιους σκοπούς. Η συμπεριφορά του χαρακτηρίζεται από την θυσία της ευχαρίστησής του, έχει ως κόστος την απομάκρυνση από την εσωτερική του φύση, από την αρχαϊκή οικονομία της επιθυμίας. Ο Οδυσσέας μέσα από την απάρνηση της προσωπικής ευτυχίας του φαίνεται να κινείται όπως και η Ιουλιέτα πέρα από την αρχή της ευχαρίστησης. Η αυτοπειθαρχία, ο έλεγχος πάνω στον εαυτό του μπορεί να συσχετιστεί με τη συναισθηματική απάθεια με την οποία η Ιουλιέτα εκτελεί τις εγκληματικές της πράξεις.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η φροϋδική ερμηνεία του Οδυσσέα μέσα από την οποία μπορούμε να κατανοήσουμε και την συμπεριφορά της σαδικής Ιουλιέτας. Ο Οδυσσέας εκφράζει μια διαδικασία εκπολιτισμού, περιστολής των ενορμητικών απαιτήσεων  και την ανάδυση του Εγώ. Ο Οδυσσέας για τους Α/Χ όπως και η σαδική Ιουλιέτα εκφράζουν το αυτόνομο Εγώ της νεωτερικότητας που διέπεται από την αρχή της πραγματικότητας.
Για να μελετήσουμε καλύτερα την ερμηνεία της σαδικής Ιουλιέτας και του Οδυσσέα πρέπει να κατανοήσουμε τον τρόπο με τον οποίο η Κριτική θεωρία οικειοποιείται την φροϋδική ψυχανάλυση.Η Κριτική θεωρία εστίασε στην πρώτη τοπική του Φρόυντ και όχι στη δεύτερη. Έτσι κυριαρχεί η δεύτερη τοπική της διάκρισης του ψυχικού οργάνου σε αυτό, εγώ και υπερεγώ (Ιακώβου,2007:182) και όχι η διάκριση συνειδητού, προσυνειδητού και ασυνείδητου της πρώτης τοπικής. Ωστόσο φαίνεται ότι δεν ακολουθούν τον Φρόιντ στην δεύτερη εννοιολόγηση των ενορμήσεων. Υποστηρίζουν την διάκριση των ορμών σε σεξουαλικές και αυτοσυντήρησης αρνούμενοι να αποδεχτούν την διάκριση σε ενορμήσεις του Έρωτα και του Θανάτου. Μάλιστα ο Χόρκαχάιμερ και ο Φρομ κατά τη δεκαετία του 40 ασκούν κριτική στις ενορμήσεις θανάτου με το επιχείρημα ότι αυτές συνιστούν παλινδρόμηση στο βιολογισμό και οδηγούν στην αποδοχή των υφιστάμενων κοινωνικών σχέσεων (Ιακώβου,2007:183). Οι Α/Χ στρέφονται σε μια παρέκκλιση από την κλασσική ψυχανάλυση, στην Εγώ-ψυχολογία για να ερμηνεύσουν τη σαδική Ιουλιέτα. Η Εγώ-ψυχολογία παραβλέπει την πρώτη τοπική του Φρόιντ και δίνει έμφαση στη δεύτερη τοπική την οποία όμως διαστρέφει. Ενώ δέχεται τον διαχωρισμό του ψυχικού οργάνου σε Εγώ, Υπερεγώ και Αυτό , απορρίπτει την ενόρμηση θανάτου και επικεντρώνεται στην ενίσχυση του Εγώ ως βασικό στόχο της ανάλυσης (Μιλέρ,2003:80).

Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2012

Ιουλιέτα ή Διαφωτισμός και ηθική




Ο Αντόρνο και ο Χόρκχάιμερ στη Διαλεκτική του Διαφωτισμού, το οποίο αποτελεί το μείζον έργο τους, ασκούν κριτική στη νεωτερικότητα και το Διαφωτισμό. Το έργο γράφτηκε το 1944 και εκδόθηκε τρία χρόνια αργότερα. Ο υπότιτλός του, Φιλοσοφικά Αποσπάσματα είναι ενδεικτικός της μη ολοκληρωμένης μορφής του, της αποσπασματικότητάς του. Το κείμενο προέκυψε από σημειώσεις από συζητήσεις μεταξύ του Χόρκχάιμερ και του Αντόρνο. Αποτελείται από ένα δοκίμιο, δύο παρεκβάσεις και τρία παραρτήματα. Οι βασικές θέσεις που αναπτύσσονται στο δοκίμιο είναι ότι ήδη ο μύθος είναι διαφωτισμός και ο διαφωτισμός ξαναγίνεται μυθολογία (σελ 26). Το περιεχόμενο αυτών των θέσεων αναπτύσσεται πάνω σε ειδικά αντικείμενα πάνω στα δύο παραρτήματα. Η ανάλυσή μας θα επικεντρωθεί στο κεφάλαιο με τίτλο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ  Ιουλιέτα ή Διαφωτισμός και ηθική.
Σε αυτό το κεφάλαιο οι Α/Χ στοχεύουν στο να καταδείξουν ότι ο φασισμός και ο ναζισμός, αυτή η εμφάνιση της νέας βαρβαρότητας  στη βιομηχανική κοινωνία εκπορεύεται απευθείας από το πνεύμα του Διαφωτισμού.  Για αυτό το λόγο μελετούν τις βασικές θέσεις  του Καντ και τις συγκρίνουν με τη σαδική Ιουλιέτα. Η Ιουλιέτα είναι μια πρωτο-ολοκληρωτική μορφή η οποία αγκυρώνεται γερά στην καντιανή ηθική. Θα επικεντρωθούμε στην έννοια της απάθειας στην σαδική Ιουλιέτα έτσι όπως αναλύεται από τους Α/Χ σε σχέση με τον Καντ. Στο τέλος θα γίνει μια σύντομη αντιπαραβολή με την ανάλυση που προσφέρει ο Ζίζεκ βασισμένος στη λακανική ψυχανάλυση. Ο Λακάν αναφέρεται στη σχέση του Καντ με το Σαντ αρχικά στο σεμινάριο Ηθική της ψυχανάλυσης (1959-60) και λίγο αργότερα στο κείμενό του «Ο Καντ με (ή κατά) το Σαντ». Ο Ζίζεκ θα δημοσιεύσει το άρθρο «Ο Καντ με τον Σαντ» το 1998 στο οποίο ερμηνεύει το κείμενο του Λακάν αλλά και διερευνά την πολιτική του διάσταση.
Η Κριτική του Καθαρού Λόγου του Καντ (1787) εκδόθηκε την ίδια χρονιά με αυτή που ο Σαντ έγραψε τις 120 ημέρες στα Σόδομα, λίγους μήνες πριν τη Γαλλική επανάσταση. Ωστόσο η σχέση του Σαντ με τον Καντ δεν δικαιολογείται μόνο από μια χρονολογική σύμπτωση. Η εμφάνιση στην δημιουργία ενός οργανωμένου συστήματος, στην ταξινόμηση, την ενότητα, τον σχεδιασμό, ανεξάλειπτα  στοιχεία της νεωτερικής επιστήμης συναντούνται και στο σαδικό έργο καθώς επίσης και η απόρριψη της μεταφυσικής. Στις 120 μέρες στα Σόδομα η οργάνωση των σεξουαλικών ομάδων που συμμετέχουν στα όργια βασισμένη σε κανόνες που καθορίζουν το ρόλο του , θυμίζουν την οργάνωση των αθλητικών ομάδων που εκφράζουν τη μαζική κουλτούρα. Η οργάνωση, οι κανόνες, το σχέδιο, η έμφαση στην αρίθμηση αποτελούν στοιχεία του Διαφωτισμού που συναντούνται συχνά στο σαδικό έργο.  Η Ιουλιέτα αγαπά το σύστημα και τη λογική συνέπεια και χειρίζεται άνετα την ορθολογική σκέψη όπως σημειώνουν οι Α/Χ (σ.163).  Η Ιουλιέτα αποτελεί μια έκφραση της διαστροφής του Διαφωτισμού, της μετατροπής του Λόγου σε σκοπιμότητα χωρίς σκοπούς, σε καθαρή τεχνική.

Η απάθεια

Ο Α/Χ παραθέτουν (σελ 163) ένα απόσπασμα του Καντ όπου τονίζεται ο ρόλος της αυτοπειθαρχίας και της απάθειας είναι σημαντικός στην άσκηση της αρετής : « Η αρετή λοιπόν εφόσον είναι θεμελιωμένη στην εσωτερική ελευθερία, περιέχει και μια θετική εντολή για τους ανθρώπους, σύμφωνα με την οποία οφείλουν να θέτουν  υπό τον έλεγχό τους (δηλαδή του Λόγου) όλες τις ικανότητές και τις κλίσεις τους να τους κυβερνούν (το καθήκον της απάθειας), διότι, αν δεν πάρει  ο Λόγος τα χαλινάρια της κυβέρνησης στα χέρια του , ο άνθρωπος θα υποστεί την κυριαρχία τους». Ο Καντ σε αυτό το απόσπασμα τονίζει την προτεραιότητα της λογικής έναντι του συναισθήματος το οποίο οδηγεί τον άνθρωπο σε απώλεια της κυριαρχίας του εαυτού του, σε απώλεια της αυτονομίας του. Η απάθεια αναγορεύεται σε καθήκον για όποιον υπηρετεί την αρετή που είναι θεμελιωμένη σε μια εσωτερική ελευθερία. Το καθήκον δεν εκπηγάζει από κάποια εξωτερική ωφέλεια, από ένα εξωτερικό κίνητρο.
O Καντ τονίζει ότι «αναγκαία προϋπόθεση της αρετής είναι η απάθεια (θεωρούμενη ως ικανότητα» χωρίς να διαφέρει από τον Σαντ όπως σημειώνουν οι Α/Χ (σελ 165), διακρίνοντας ωστόσο  αυτή την «ηθική απάθεια» από την αναισθησία, δηλαδή από την αδιαφορία απέναντι στα ερεθίσματα των αισθήσεων.Η Ιουλιέτα τονίζει και αυτή την απάθεια με την οποία πρέπει να είναι εφοδιασμένος ο εγκληματίας : «Σταθμίστε πρώτα το σχέδιό σας ,μερικές μέρες πριν, αναλογισθείτε όλες τις συνέπειές του, εξετάστε προσεκτικά ό,τι θα μπορούσε να σας βοηθούσε… ό,τι θα μπορούσε ίσως να σας προδώσει και ζυγίστε αυτά τα πράγματα με την ίδια ψυχραιμία που θα δείχνατε αν ήσασταν βέβαιοι ότι θα αποκαλυφθείτε» (Α/Χ σελ 163).
Στον ίδιο τόνο υποστηρίζει ότι  «τα χαρακτηριστικά σας πρέπει να δείχνουν ηρεμία και αδιαφορία, προσπαθήστε να αποκτήσετε τη μεγαλύτερη δυνατή ψυχραιμία σε αυτή την κατάσταση… αν δεν είστε βέβαιη ότι δεν έχετε τύψεις, και βέβαια θα είστε μόνο όταν το έγκλημα θα σας έχει γίνει συνήθεια, αν λέω, δεν είστε εντελώς βέβαιη  γι’ αυτό, δεν θα έχετε επιτυχία στις προσπάθειές σας να ελέγξετε αριστοτεχνικά τη μιμική σας…» (Α/Χ. σελ 164). Σε αυτά τα αποσπάσματα περιγράφεται η θεωρία της απάθειας η οποία κατακτάται μέσω της συχνής επανάληψης, μέσω της άσκησης. Προϋπόθεση για την απόκτηση της απάθειας είναι η απελευθέρωση από τις τύψεις και η απόρριψη της μεταμέλειας.