Παρασκευή 18 Μαΐου 2012

Η θεμελιώδης φαντασίωση (ΙΙ)



Rene Magritte Les Amants (Οι εραστές), 1928
Λάδι σε καμβά,54x73,4 cm
Richard S. Zeisler Collection, New York.



Η λειτουργία της θεμελιώδους φαντασίωσης

Σύμφωνα με το Λακάν η φαντασίωση η οποία είναι αυτό που επιτρέπει στο υποκείμενο να διατηρεί, να στηρίζει την επιθυμία του (Σ11,127). Στη θεμελιώδη φαντασίωση η επιθυμία συγκροτείται αλλά δεν ικανοποιείται ή εκπληρώνεται. Μέσω της φαντασίωσης μαθαίνουμε πώς να επιθυμούμε (Ζίζεκ,2006:200). Αποτελεί απάντηση στο ερώτημα Τι θέλει (Che vuoi?) ο Άλλος, καλύπτει σαν μια οθόνη την έλλειψη στον Άλλο και την αινιγματική του επιθυμία. Η επιθυμία δεν είναι  του υποκείμενου  αλλά του Άλλου. Έτσι η φαντασίωση είναι η απάντηση στην πρωταρχική ερώτηση τι θέλουν οι άλλοι από μένα, πώς με βλέπουν, τι είμαι για τους άλλους και όχι τι θέλω εγώ (Zizek,2005:304).
Η φαντασίωση λειτουργεί ως μεσολαβητής μεταξύ της τυπικής συμβολικής δομής και της θετικότητας των αντικειμένων που συναντούμε στην πραγματικότητα, δηλαδή προσφέρει ένα σχήμα με βάση το οποίο συγκεκριμένα θετικά αντικείμενα της πραγματικότητας μπορούν να λειτουργήσουν ως αντικείμενα της επιθυμίας, γεμίζοντας τα κενά της συμβολικής τάξης (Zizek,2008:7). Αυτός ο ρόλος της φαντασίωσης βασίζεται στο ότι «δεν υπάρχει σεξουαλική σχέση» δηλαδή δεν υπάρχει μια φόρμουλα που να εγγυάται μια αρμονική  σεξουαλική σχέση με τον/την σύντροφο. Η έλλειψη μιας καθολικής φόρμουλας οδηγεί κάθε υποκείμενο να εφεύρει την δική του φόρμουλα, μια προσωπική φόρμουλα (Zizek,2008:7). Μια σχέση είναι δυνατή μόνον όταν ο/η σύντροφος είναι συμβατός/ή με αυτή την φόρμουλα.
Η φαντασίωση είναι η κατασκευή που μας επιτρέπει να βρίσκουμε μητρικά υποκατάστατα και από την άλλη αποτελεί μια οθόνη που μας προφυλάγει από την υπερβολική εγγύτητα με το μητρικό Πράγμα. Δεν μπορεί οποιοδήποτε  αντικείμενο να λάβει θέση μέσα στη φαντασίωση. Αποκλείονται αυτά που βρίσκονται πολύ κοντά στο τραυματικό Πράγμα (Ζizek,2006:203). Όταν το υποκείμενο πλησιάζει πολύ κοντά στον φαντασιωσικό του πυρήνα τότε ανακύπτει η αφάνιση του υποκειμένου, το υποκείμενο απολλύει την συμβολική του συνοχή, αποσυντίθεται (Zizek,2006:87). Ο πυρήνας της φαντασίωσης μας είναι όχι μόνο λογοκριμένος αλλά και αφόρητος. Το να αφήνεται κανείς  στην φαντασίωση (πχ ονειροπόληση) δημιουργεί μεγάλη ευχαρίστηση αλλά ο να ομολογεί την φαντασίωσή του σε άλλους δημιουργεί μεγάλη ντροπή και αμηχανία (Zizek,1998b). Στη φαντασίωση το υποκείμενο κατέχει μια περίεργη και συγκαλυμμένη θέση η οποία φαίνεται γελοία. Για αυτό το λόγο όλοι όταν ακούν την περιγραφή  μιας φαντασίωσης που δεν είναι δική τους  γελούν.
Η φαντασίωση εκτός από το να συγκροτεί την επιθυμία και να μας επιτρέπει να βρίσκουμε μητρικά υποκατάστατα έχει ταυτόχρονα και έναν άλλο, προστατευτικό ρόλο. Η φαντασίωση αποτελεί άμυνα απέναντι στον ευνουχισμό δηλαδή στην έλλειψη του Άλλου. Ο Λακάν παραλληλίζει την φαντασίωση με την παγωμένη εικόνα στην οθόνη ενός κινηματογράφου. Όπως ακριβώς η ταινία μπορεί να διακοπεί σε ένα συγκεκριμένο σημείο για την αποφυγή μιας τραυματικής σκηνής έτσι και η φαντασίωση λειτουργεί ως άμυνα στον ευνουχισμό (Evans,2005:306). Στο σεμινάριο Χ ο Λακάν περιγράφει την φαντασίωση ως έναν πίνακα που τοποθετείται πάνω από το πλαίσιο του παραθύρου ώστε να μην μπορεί κανείς να δει από το παράθυρο οτιδήποτε μπορεί να ιδωθεί έξω από αυτό (Chiesa,2007:163). Η φαντασίωση είναι αυτή που καλύπτει την τρύπα στον Άλλο, κρύβει το γεγονός ότι η συμβολική τάξη δομείται γύρω από κάτι που δεν μπορεί να συμβολοποιηθεί δηλαδή το πραγματικό της jouissance. Ο Μιλέρ αναφέρει ότι «Η φαντασίωση είναι ένα μοντάζ με αφετηρία το σημαίνον και στόχο την υπεξαίρεση ευχαρίστησης σε σχέση με ένα σημείο που το ξεπερνά (το υποκείμενο) τελείως. Η φαντασίωση επαναφέρει το πέραν της αρχής της ευχαρίστησης, στην αρχή της ευχαρίστησης. Δηλαδή προσφέρει μια κάλυψη της απόλαυσης (Τσακυράκης,1997:65).
Στην φαντασίωση η jouissance (η οποία θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως αποτυχία της σημαινοποίησης)  αποκτά θέση στον Άλλο και συμβολοποιείται αλλά παρόλα αυτά ένα μέρος της μένει εκτός της φαντασίωσης. Μέσω της φαντασίωσης η jouissance εξημερώνεται, εξευγενίζεται (Ζίζεκ,2006:209). Η φαντασίωση  επιτρέπει την πρόσβαση στο πραγματικό κάτω από ελεγχόμενες συνθήκες, συνθήκες που μας προστατεύουν από το πραγματικό ενώ ταυτόχρονα μας επιτρέπουν την πρόσβαση σε ένα εξημερωμένο πραγματικό (Pluth,2007:87).
Σύμφωνα με τον Ζίζεκ στην φαντασίωση συναντούμε την διαλεκτική σύμπτωση των αντιθέτων. Από τη μια πλευρά η φαντασίωση έχει μια σταθεροποιητική διάσταση, αυτή της τάξης και αρμονίας, την οποία ονομάζει φαντασίωση1 . Από την άλλη πλευρά η φαντασίωση έχει μια αποσταθεροποιητική διάσταση, που η στοιχειώδης μορφή της είναι η ζήλεια, περιλαμβάνει όσα με εκνευρίζουν στον Άλλο, εικόνες για το πώς με αγνοεί, με εξαπατά, πλέκει σχέδια εναντίον μου την οποία ονομάζει φαντασίωση2 (Zizek,2005:303). Η φαντασίωση1 και η φαντασίωση2 αποτελούν τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Η φαντασίωση2 στηρίζει την φαντασίωση1. Η φαντασίωση έχει την δομή του Ιανού, έχει δύο αντίθετες πλευρές.

Παρασκευή 11 Μαΐου 2012

Η γραμματική της φαντασίωσης


του  Kraftwerk


Το κείμενο του Φρόιντ «Χτυπούν ένα παιδί. Μια συνεισφορά στη μελέτη της προέλευσης των διαστροφών»  ανάγεται στο 1919. Στο κείμενο αυτό, ο Φρόιντ επιδιώκει να ερμηνεύσει την γέννηση του μαζοχισμού, ερμηνεύοντας την πορεία κατασκευής της μαζοχιστικής φαντασίωσης. Βέβαια η μαζοχιστική φαντασίωση δεν παρατηρείται μόνο σε διαστροφικούς αλλά και σε νευρωτικούς (ιδεοψυχαναγκαστικούς και υστερικές). Η διαφορά είναι ότι οι διαστροφικοί περνούν στην πράξη ενώ οι νευρωσικοί όχι. Το υλικό της εργασίας του αντλείται από κλινικές περιπτώσεις που συμπεριλαμβάνουν και την ανάλυση της κόρης του Άννας.  Αργότερα (1924) ο Φρόιντ στο «Οικονομικό πρόβλημα του μαζοχισμού θα διατυπώσει τη δεύτερη θεωρία του για το μαζοχισμού όπου αυτός εξηγείται με βάση την ενόρμηση θανάτου. Ο Λακάν θα σχολιάσει εκτενώς το κείμενο «Χτυπούν ένα παιδί» προκειμένου να αναφερθεί στην έννοια της θεμελιώδους φαντασίωσης. Σύμφωνα με τον Φρόιντ η φαντασίωση δεν εμφανίζεται πριν την ηλικία των τεσσάρων ή πέντε ετών. Η φαντασίωση διαμορφώνεται σταδιακά. Ο σχηματισμός της φαντασίωσης «χτυπούν ένα παιδί» βασίζεται σε τρία στάδια: ο πατέρας χτυπά το παιδί (που εγώ μισώ), ο πατέρας με χτυπά , χτυπούν ένα παιδί (Serge,2010:210). Ο μετασχηματισμός των σταδίων της φαντασίωσης αναδεικνύει μια γραμματική της φαντασίωσης.
Το πρώτο στάδιο μπορεί να μην είναι φαντασίωση αλλά μπορεί να είναι το περιεχόμενο μιας ανάμνησης . Ο Φρόιντ λέει ότι διστάζει να αποκαλέσει το πρώτο στάδιο φαντασίωση. Σε αυτό το στάδιο το παιδί φαντασιώνεται μια ευχάριστη σκηνή, πώς ο αντίπαλός του που διεκδικεί την γονική στοργή δέρνεται. Εδώ τίθεται το ζήτημα της διανομής της αγάπης στην οικογένεια, ποιος την οικειοποιείται. Εκφράζει την ιδέα ότι «ο πατέρας δεν αγαπά το άλλο παιδί, αγαπά μόνο εμένα». Η φαντασίωση στο πρώτο στάδιο δεν είναι σεξουαλική και δεν μπορεί ακόμη να αποκληθεί ξεκάθαρα σαδιστική αφού αυτός που χτυπά το παιδί δεν είναι το υποκείμενο (Freud,1919). Σε αυτό το στάδιο κυριαρχεί η αιμομικτική αγάπη.
Στο δεύτερο στάδιο η φαντασίωση είναι ασυνείδητη και κατασκευάζεται κατά τη διάρκεια της ανάλυσης. Το δεύτερο στάδιο υπάρχει μόνο ως λογική υπόθεση σύμφωνα με το  Λακάν, δεν έλαβε ποτέ χώρα.  Ο πατέρας είναι αυτός που χτυπά πάλι αλλά το πρόσωπο που δέχεται τον ξυλοδαρμό έχει αλλάξει, δεν είναι πια ο αντίπαλος αλλά το ίδιο το υποκείμενο (Serge,2010:210). Η τιμωρία του παιδιού επιτελεί μια διπλή λειτουργία, από τη μια εκφράζει μια οιδιπόδεια επιθυμία  και από την άλλη αποτελεί έκφραση της τιμωρίας για αυτή την επιθυμία (Armostrong,1997). Το «ο πατέρας με αγαπά» γίνεται ισοδύναμο με το «ο πατέρας με χτυπά». Από τη μια εκφράζεται η αιμομικτική επιθυμία για τον πατέρα και από την άλλη επιβάλλεται η ανάλογη ποινή για αυτή. Αποτελεί ένα μίγμα αγάπης και ενοχής. Ο ξυλοδαρμός δεν είναι μόνο τιμωρία για την αγάπη του πατέρα αλλά και υποκατάστατο της σχέσης με τον πατέρα  (Freud,1919). Το δεύτερο στάδιο έχει ξεκάθαρο μαζοχιστικό χαρακτήρα. Το κοινό στοιχείο μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου σταδίου είναι η επιθυμία για τον γονέα.  
Στο τρίτο στάδιο ο πατέρας και το υποκείμενο εξαφανίζονται από τη σκηνή. Το πρόσωπο που χτυπά δεν είναι ποτέ ο πατέρας, μπορεί να μην καθορίζεται ή μπορεί να είναι ένας αντιπρόσωπος του πατέρα, ένα πρόσωπο αυθεντίας όπως ο δάσκαλος (Freud,1919). Επίσης αυτός που δέχεται τον ξυλοδαρμό δεν καθορίζεται. Το χτύπημα ενός παιδιού, από μια μονότονη και απλή κατάσταση γίνεται πιο περίπλοκο και παρουσιάζεται με διάφορες παραλλαγές. Οι τιμωρίες και οι εξευτελισμοί μπορούν να υποκαταστήσουν τον ξυλοδαρμό. Το παιδί που δημιουργεί την φαντασίωση παρουσιάζεται αμέτοχο, ως απλός θεατής. Στο τρίτο στάδιο η φαντασίωση μοιάζει με αυτή του πρώτου σταδίου, φαίνεται να είναι σαδιστικό. Παρόλα αυτά μόνο η μορφή της φαντασίωσης είναι σαδιστική αφού στο τρίτο στάδιο η φαντασίωση προκαλεί μαζοχιστική ικανοποίηση (Freud,1919). Στο τρίτο στάδιο της φαντασίωσης σύμφωνα με τον Φρόιντ γίνεται φανερό ότι μόνο αγόρια είναι αυτά που δέρνονται τόσο στις φαντασιώσεις των αγοριών όσο και στων κοριτσιών.
Σύμφωνα με το Φρόιντ η φαντασίωση είναι μια πρόταση, που όταν η  διατύπωσή της  αλλάζει, παράγονται διαφορετικά αποτελέσματα. Ο Φρόιντ υποστήριξε ότι τα ρήματα στην ενεργητική και παθητική φωνή και η εναλλαγή του υποκειμένου στα τρία στάδια της φαντασίωσης ξυλοδαρμού έχουν την δική τους σύνταξη. Για παράδειγμα το πέρασμα από το πρώτο στο δεύτερο στάδιο συμβαίνει μέσα από έναν μετασχηματισμό της ενεργητικής σε παθητική φωνή. H Michèle Perron-Borelli (1997) υποστήριξε ότι η φαντασίωση έχει τριμερή δομή ανεξάρτητα από το αν η δράση που αναπαριστά είναι ενεργητική ή παθητική. Η φαντασίωση αποτελείται από το πρόσωπο, τη δράση και το αντικείμενο της δράσης. Αυτή η δομή είναι ανάλογη με τη βασική γραμματική δομή υποκείμενο, ρήμα, αντικείμενο. Κάθε φαντασίωση σχηματίζεται από τον μετασχηματισμό αυτών των τριών όρων. Μπορεί για παράδειγμα να αλλάξει θέση το υποκείμενο με το αντικείμενο ή να αντικατασταθεί το αντικείμενο ή το υποκείμενο.



Παρασκευή 4 Μαΐου 2012

Η θεμελιώδης φαντασίωση




του Kraftwerk


Η  πρωταρχική φαντασίωση και η πρωταρχική σκηνή 

Η λακανική έννοια της θεμελιώδους φαντασίωσης σχετίζεται στενά με τη φροϋδική έννοια της πρωταρχικής φαντασίωσης η οποία εμφανίζεται για πρώτη φορά στα γραπτά του Φρόυντ το 1915, καθώς και με την έννοια της πρωταρχικής σκηνής. Θα αναλύσουμε αρχικά την έννοια της πρωταρχικής φαντασίωσης.
Οι πρωταρχικές φαντασιώσεις (Urphantasien)  σύμφωνα με το Λεξιλόγιο της ψυχανάλυσης των Laplanche & Pontalis (1986:532) ορίζονται ως «ειδικές φαντασιωσικές δομές (ενδομήτριος ζωή, πρωταρχική σκηνή, ευνουχισμός, αποπλάνηση) οι οποίες σύμφωνα με την ψυχαναλυτική θεωρία οργανώνουν τη φαντασιωσική προβληματική, ανεξάρτητα από τις προσωπικές εμπειρίες του υποκειμένου. Κατά το Φρόυντ , ο οικουμενικός χαρακτήρας τους εξηγείται από το γεγονός ότι συγκροτούν ένα είδος προγονικής παρακαταθήκης, που μεταβιβάζεται φυλογενετικά». Ο Φρόυντ ερμηνεύει τις πρωταρχικές φαντασιώσεις ως καθολικές οι οποίες έχουν συγκεκριμένο περιεχόμενο και η προέλευσή τους ανάγεται στη φυλογένεση.
Αφού αναλύσαμε την έννοια της πρωταρχικής φαντασίωσης θα αναφερθούμε εν συντομία και στην έννοια της πρωταρχικής σκηνής. Η πρωταρχική σκηνή (Urzene)  ορίζεται ως : « Σκηνή της γονικής συνουσίας, η οποία είτε έχει όντως παρατηρηθεί είτε εικάζεται μόνο και φαντασιώνεται από το παιδί, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιεί γι’ αυτό στοιχεία της πραγματικότητας. Γενικά ερμηνεύεται  από το παιδί σαν πράξη βίας από την πλευρά του πατέρα» (Laplanche & Pontalis, 1986:403). Ο όρος πρωταρχική σκηνή χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στο Ο άνθρωπος με τους λύκους (1918).
Η λειτουργία των πρωταρχικών φαντασιώσεων  και της πρωταρχικής σκηνής είναι να παρέχουν εξηγήσεις σε διάφορα αινίγματα σχετικά με την προέλευση των πραγμάτων. Έτσι στην πρωταρχική σκηνή απεικονίζεται η προέλευση του υποκειμένου, στις φαντασιώσεις αποπλάνησης η καταγωγή και η ανάδυση της σεξουαλικότητας και στις φαντασιώσεις ευνουχισμού, η προέλευση της διαφοράς των φύλων (Laplanche & Pontalis, 1986:534).
  
Ορισμός και δομή της θεμελιώδους φαντασίωσης

Η φαντασίωση αποτελεί τον συνεκτικό ιστό και το στήριγμα της πραγματικότητας. Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι η πραγματικότητα είναι όνειρο ή αυταπάτη. Αντιθέτως το όνειρο είναι αυτό που αποτελεί έκφραση του Πραγματικού. Ο όρος φαντασίωση δεν πρέπει να συγχέεται σε καμιά περίπτωση με την φαντασία ούτε προϋποθέτει κάποια ενεργητική συμμετοχή του υποκειμένου στην συγκρότησή της (Pluth,2007:81). Η φαντασίωση είναι ασυνείδητη και δεν υφίσταται αφ’εαυτού πριν την ανάλυση αλλά κατασκευάζεται και ανακατασκευάζεται κατά την διάρκειά της. Ποτέ δεν υπήρξε στην συνείδηση και μετά απωθήθηκε. Ουσιαστικά συγκροτείται μέσα από το συνολικό δίκτυο φαντασιώσεων που αναδύονται κατά την πορεία της ανάλυσης (Fink,2006:102) μέσα από την αφήγηση του αναλυόμενου, τις πράξεις του, τα όνειρα και τις ονειροπολήσεις του. Όταν το υποκείμενο βιώνει πολλούς φαντασιωσικούς σχηματισμούς που αλληλοσχετίζονται  ποτέ αυτή η σειρά δεν είναι πλήρης- η σειρά αυτή παρουσιάζει τόσες πολλές παραλλαγές μιας υποβόσκουσας θεμελιώδους φαντασίωσης που αυτή δεν βιώνεται ποτέ από το υποκείμενο (Ζιζεκ,1998:483).
            Η φαντασίωση ανήκει στην κατηγορία του αντικειμενικά υποκειμενικού δηλαδή το πώς τα πράγματα σου φαίνονται πραγματικά, αντικειμενικά ακόμη και αν δεν σου φαίνονται ότι είναι έτσι (Ζίζεκ,2006:82).  Η φαντασίωση δεν είναι αντικειμενική (με την απλοϊκή έννοια του να υπάρχει ανεξάρτητα από τις αντιλήψεις του υποκειμένου) ούτε υποκειμενική (με την έννοια ότι ανάγεται στην συνειδητή εμπειρική αντίληψη του υποκειμένου). Η φαντασίωση ανήκει στην κατηγορία του ενδοϋποκειμενικού σύμφωνα με τον Ζίζεκ.
Ο ορισμός της φαντασίωσης παρουσιάζει μεταβολές στη διδασκαλία του Λακάν. Η πρώτη φόρμουλα που χρησιμοποίησε ο Λακάν για να περιγράψει την φαντασίωση δείχνει την φαντασιακή διάστασή της: αßά . Ο Λακάν τονίζει ότι η κυριαρχία της εικόνας για το υποκείμενο προκύπτει από ένα κενό που εμφανίζεται στη συμβολική. Η δεύτερη φόρμουλα (μαθήμιο) που χρησιμοποίησε ο Λακάν ήταν S<>a. Η διαφορά με την πρώτη φόρμουλα είναι ότι το αντικείμενο χάνει την φανταστική του διάσταση και ανήκει πλέον στο πραγματικό. Επίσης στη δεύτερη φόρμουλα εμπλέκεται το υποκείμενο ως αποτέλεσμα της σημαίνουσας αλυσίδας, δηλαδή στην φαντασίωση συσχετίζονται δύο διαφορετικές δομές, το συμβολικό και το πραγματικό.
Ο Λακάν ταύτισε τοπολογικά την φαντασίωση με το cross cap (σταυροσκούφι). Το cross cap χρησιμοποιείται ώστε να εξηγηθεί πως διαφορετικά στοιχεία, το υποκείμενο και το αντικείμενο α με διαφορετικές δομές, συνδέονται στην φαντασίωση. Το cross cap τοπολογικά προκύπτει από την σύνθεση δύο στοιχείων με διαφορετικές δομές. Προκύπτει από την σύνδεση μιας ταινίας Moebius και ενός απλούστερου στοιχείου όπως η επιφάνεια ενός χαρτιού, ενός επιπέδου ή μιας σφαίρας τα οποία δεν έχουν σε καμία περίπτωση δομή όμοια με την ταινία Moebius. Η ταινία Moebius αντιπροσωπεύει το υποκείμενο ενώ το επίπεδο αντιπροσωπεύει το αντικείμενο
Στο άρθρο με τίτλο The fundamental fantasm  (περιοδικό  Symptom) o Μιλλέρ τονίζει ότι  στην φαντασίωση συνυπάρχουν και οι τρεις διαστάσεις η φανταστική, η συμβολική και η πραγματική. Η φανταστική πλευρά της φαντασίωσης σχετίζεται με την παραγωγή εικόνων από το υποκείμενο που σχετίζονται με το περιβάλλον του και τα πρόσωπα που τον περιβάλλουν. Η συμβολική διάσταση της φαντασίωσης σχετίζεται με την ενσωμάτωση μικρών ιστοριών. Η πραγματική διάσταση της φαντασίωσης αναφέρεται σε αυτό που είναι αδύνατο να αλλάξει σε μια φαντασίωση. Όταν το υποκείμενο έλθει σε μεγάλη εγγύτητα στον πυρήνα της θεμελιώδους φαντασίωσής του δηλαδή το Πραγματικό, τότε η φαντασίωση γίνεται μη προσβάσιμη αφού η συνεκτικότητα της ύπαρξης του υποκειμένου χάνεται. Ο Φρόιντ σχολιάζει τη φαντασίωση «χτυπούν ένα παιδί» και αναφέρεται στην γραμματική της φαντασίωσης. Ο Λακάν αντιθέτως μιλά για την λογική της φαντασίωσης. Η φαντασίωση παρουσιάζεται ως λογικό αξίωμα. Το αξίωμα στη Λογική είναι αυτό που θεμελιώνει ένα σύστημα αλλά είναι διαχωρισμένο από αυτό. Επίσης το αξίωμα δεν μεταβάλλεται. Έτσι ο Λακάν αναφερόμενος στη φαντασίωση ως αξίωμα αναφέρεται κυρίως στην πραγματική διάσταση αυτή που είναι αδύνατο να αλλάξει (Miller). 


Art: “Mobile Uploads” from Gary Dauphin’s Albums, at Facebook “http://www.facebook.com/gary.dauphin?”

Σάββατο 28 Απριλίου 2012

Το σύμπτωμα


του Kraftwerk

Βασικές έννοιες της λακανικής ψυχανάλυσης είναι το σύμπτωμα και η φαντασίωση. Αρχικά ο Λακάν εστίασε στην έννοια του συμπτώματος ενώ σταδιακά μετακινήθηκε στην έννοια της φαντασίωσης. Στο τέλος της διδασκαλίας του ο Λακάν επέστρεψε στην έννοια του συμπτώματος για να ορίσει μέσω αυτού το τέλος της ανάλυσης. Το σύμπτωμα και η φαντασίωση συνδέονται μεταξύ τους μέσα από την έννοια της jouissance. Το σύμπτωμα αποτελεί jouissance η οποία βιώνεται ως δυσαρέσκεια ενώ η φαντασίωση αποτελεί jouissance η οποία βιώνεται ως ηδονή (Σταυρακάκης,2012:102). Το σύμπτωμα είναι αυτό με το οποίο ξεκινά μια ανάλυση και για αυτό θα επικεντρωθούμε πρώτα σε αυτό πριν αναλύσουμε την έννοια της φαντασίωσης. Το σύμπτωμα αποτελεί χαρακτηριστικό κάθε υποκειμένου. Κάθε υποκείμενο έχει κάποιο σύμπτωμα το οποίο δημιουργεί δυσαρέσκεια αλλά προσφέρει ταυτόχρονα και κάποιο είδος οδυνηρής ηδονής (Σταυρακάκης,2012:103).
Το σύμπτωμα στον Φρόυντ διαφέρει στον ορισμό του από το τυπικό ιατρικό σύμπτωμα. Το φροϋδικό σύμπτωμα είναι κάτι που υπάρχει ή εμμένει εφόσον η αιτιολογία του είναι άγνωστη, είναι σωματοποιημένη άγνοια (Zizek,2006b:217). Σύμφωνα με το Φρόυντ το σύμπτωμα μπορεί να ερμηνευτεί όπως ένα όνειρο και σε σχέση με την επιθυμία. Επίσης το σύμπτωμα έχει ένα αποτέλεσμα αλήθειας. Την εμμονή ενός συμπτώματος και μετά την ερμηνεία ο Φρόυντ την αντιμετώπισε ως παράδοξο και επιχείρησε να την εξηγήσει μέσα από την ενόρμηση θανάτου (Miller,2011). Στο Λακάν συναντούμε διάφορες εννοιολογήσεις του συμπτώματος. Αρχικά το σύμπτωμα θεωρήθηκε από το Λακάν ότι αναδύεται εκεί όπου έχει συμβεί διακοπή του κυκλώματος της συμβολικής επικοινωνίας. Το σύμπτωμα εμφανίζεται όταν το υποκείμενο συμβιβάζει την επιθυμία του ή εξαιτίας της δυσλειτουργίας ή αποτυχίας του συμβολικού νόμου (Zizek,2000:116). Το σύμπτωμα θεωρείται ως παθολογικός σχηματισμός που αποτελεί εξαίρεση στην πληρότητα του συμβολικού. Το σύμπτωμα είναι κάτι που δεν έχει αρθρωθεί, που έχει απωθηθεί και αποτελεί ένα κρυπτογραφημένο μήνυμα. Το σύμπτωμα αναφέρεται στον Άλλο (τον αναλυτή στα πλαίσια της ανάλυσης) και αποζητά μια ερμηνεία. Ο αναλυτής είναι το υποκείμενο που υποτίθεται ότι γνωρίζει. Αυτό που υποτίθεται ότι γνωρίζει για τον αναλυόμενο (υποκείμενο που υποτίθεται ότι πιστεύει) είναι  το νόημα του συμπτώματός του. Μέσα από την ερμηνεία το σύμπτωμα διαλύεται.
Η jouissance γίνεται κατανοητή ως ψευδής φαντασιακή πληρότητα που οδηγεί το υποκείμενο στο να αποφύγει την αλήθεια της επιθυμίας του (Zizek,2001:29). Η jouissance διαλύεται με την ερμηνεία του συμπτώματος, της απόδοσης νοήματος σε αυτό. Αυτή η προσέγγιση του νοήματος προϋποθέτει τον Άλλο ως πλήρη (Ζίζεκ,2006:133), ο οποίος αποτελεί τον εγγυητή του νοήματος. Σε αυτή τη θεώρηση Λακάν τονίζει τον κυρίαρχο ρόλο του συμβολικού. Το νόημα του συμπτώματος κατασκευάζεται αναδρομικά μέσα στην ανάλυση και δεν ανασύρεται από το παρελθόν. Η ερμηνεία παράγει την αλήθεια του συμπτώματος δηλαδή παράγει το σημαίνον πλαίσιο που δίνει στα συμπτώματα  το νόημά τους (Ζίζεκ,2006:106).
Ωστόσο αυτή η θεώρηση του Λακάν σταδιακά υποχωρεί. Το σύμπτωμα μέσα από την ανάλυση ενώ έχει ερμηνευτεί, εμμένει. Έτσι πέρα από τη συμβολική διάσταση του συμπτώματος ο Λακάν αναγνωρίζει το σύμπτωμα ως πραγματικό. Το σύμπτωμα έχει τη δομή του Ιανού, έχει δύο πρόσωπα, το πρόσωπο της αλήθειας και το πρόσωπο του πραγματικού (Miller,2011).  Το σύμπτωμα δεν αποτελεί πλέον μόνο κρυπτογραφημένο μήνυμα αλλά έχει έναν σκληρό πυρήνα μη νοήματος που δεν επιδέχεται ερμηνεία. Το σύμπτωμα ενέχει ταυτόχρονα και απόλαυση, jouissance την οποία το υποκείμενο δεν θέλει να αποποιηθεί.  Το υποκείμενο «αγαπά το σύμπτωμά του περισσότερο από τον εαυτό του» (Ζίζεκ,2006:134). Το σύμπτωμα δεν αποτελεί πια παθολογικό σχηματισμό, μια εξαίρεση του καθολικού συμβολικού νόμου. Υπάρχουν μόνο συμπτώματα και ο συμβολικός νόμος δεν είναι σε τελική ανάλυση παρά ένα ακόμη σύμπτωμα (Zizek,2000:116). Το όνομα του πατέρα είναι ένα προσποιητό, ένα σύνθωμα που δίνει συνοχή στη συμβολική τάξη. Η «διάλυση» του συμπτώματος δεν σχετίζεται πλέον με μια μη παθολογική κατάσταση επιθυμίας αλλά με την διάλυση της συμβολικής τάξης του υποκειμένου (Zizek,2000:117).
Το γλωσσικό ολίσθημα, το ανέκδοτο, το λάθος μπορούν να θεωρηθούν όπως και το όνειρο ως συμπτώματα εφόσον επαναλαμβάνονται συστηματικά. Έτσι γίνεται φανερό ότι το σύμπτωμα σχετίζεται με την επανάληψη, με ένα συμβάν που επαναλαμβάνεται. Ο Λακάν με αυτή την έννοια είπε ότι το σύμπτωμα είναι et cetera, η επιστροφή του ίδιου συμβάντος (Miller,2011), είναι το αντίθετο της έκπληξης. Κάποιος μπορεί να κάνει διαφορετικά πράγματα αναμασώντας το ίδιο. Έτσι το σύμπτωμα μπορεί να θεωρηθεί αντικείμενο φράκταλ αφού τα φράκταλ αντικείμενα δείχνουν ότι η επανάληψη του ίδιου μπορεί να δημιουργήσει τις πιο περίπλοκες και ακραίες μορφές (Miller,2011).

Σάββατο 21 Απριλίου 2012

Γιατί τα κενά σημαίνοντα έχουν σημασία για την πολιτική; (ΙΙ)


2.Αυτό που είναι πέραν του ορίου αποκλεισμού ανάγεται σε καθαρή αρνητικότητα. Αυτή η καθαρή απειλή είναι που συγκροτεί το σύστημα. Αν η διάσταση αποκλεισμού εξαλειφτεί  ή αδυνατίσει τότε ο διαφορικός χαρακτήρας του «πέρα» θα επιβάλλει τον εαυτό του και ως αποτέλεσμα τα όρια αυτά θα θολώσουν. Μόνο εάν το πέρα γίνει το σημαίνον της καθαρής απειλής, της καθαρής αρνητικότητας , του αποκλεισμένου μπορούν να υπάρξουν όρια και  σύστημα.  Έτσι βλέπουμε την δυνατότητα ενός κενού σημαίνοντος που θεμελιώνεται σε μια λογική όπου οι διαφορές καταρρέουν σε αλυσίδες ισοδυναμίας.
3. Γιατί αυτό το καθαρό είναι ή η συστημικότητα του συστήματος  ή – το αντίστροφό του , η καθαρή αρνητικότητα του αποκλεισμένου απαιτούν την παραγωγή κενών σημαινόντων ώστε να σημάνει τον εαυτό του; Η απάντηση είναι  ότι προσπαθούμε να σημάνουμε τα όρια της σήμανσης – το πραγματικό αν θέλετε με λακανικούς όρους- και δεν υπάρχει ευθύς τρόπος να το κάνουμε παρά μέσα από την ανατροπής  της διαδικασίας της σήμανσης. Όπως ξέρουμε από την ψυχανάλυση αυτό που δεν αναπαριστάται ευθέως – το ασυνείδητο-μπορεί να βρει ως μέσο αναπαράστασης την ανατροπή της σήμανσης. Κάθε σημαίνον συγκροτεί ένα σημείο συνδεόμενο με ένα συγκεκριμένο σημαινόμενο, εγγράφοντας  τον εαυτό του ως διαφορά μέσα στη διαδικασία σήμανσης.  Όμως αν αυτό που προσπαθούμε να σημάνουμε δεν είναι διαφορά αλλά αντιθέτως είναι ένας ριζικός αποκλεισμός  που είναι το θεμέλιο και η συνθήκη όλων των διαφορών , τότε καμιά παραγωγή μιας ακόμη διαφοράς δεν μπορεί να κάνει το τρικ.  Έτσι η σήμανση είναι δυνατή μόνο εάν κάποια σημαίνοντα αποσυνδεθούν από τα σημαινόμενα και καταλάβουν το ρόλο της παρουσίασης του καθαρού είναι του συστήματος.
Δύο σημεία πρέπει να σημειωθούν. Πρώτον το Είναι ή η συστηματικότητα ενός συστήματος  αντιπροσωπεύεται από τα κενά σημαίνοντα δεν είναι ένα Είναι  που δεν έχει αναγνωρισθεί αλλά δεν μπορεί να προσεγγιστεί  και οι όποιες  συστημικές συνέπειες είναι το αποτέλεσμα του ασταθούς συμβιβασμού  μεταξύ της ισοδυναμίας και  της διαφοράς. Έτσι ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα συγκροτητικό κενό, με ένα αδύνατο αντικείμενο που όπως στον Καντ παρουσιάζει τον εαυτό του μέσα από την αδυνατότητα της παρουσίασής του. Εδώ μπορούμε να δώσουμε μια πλήρη απάντηση στο αρχικό μας ερώτημα: μπορούν κενά σημαίνοντα να υπάρχουν στο πεδίο της σήμανσης επειδή κάθε σύστημα σήμανσης  δομείται γύρω από την αδυνατότητα παραγωγής ενός αντικειμένου  που απαιτείται από τη συστηματικότητα του συστήματος. Έτσι έχουμε μια αδυνατότητα χωρίς τόπο  όπως στην περίπτωση της λογικής αντίφασης  αλλά με μια θετική αδυνατότητα , με ένα πραγματικό που το χ του κενού σημαίνοντος  δείχνει.

Ηγεμονία

Ας πάμε πίσω σε ένα παράδειγμα που συζητήσαμε λεπτομερώς στο Ηγεμονία και σοσιαλιστική στρατηγική : την συγκρότηση της ενότητας της εργατικής τάξης  σύμφωνα με τη Ρόζα Λούξεμπουργκ  μέσα από έναν υπερκαθορισμό μερικών αγώνων για μια μακρά διάρκεια χρόνου. Το βασικό της επιχείρημα είναι ότι η ενότητα της τάξης δεν καθορίζεται από μια a priori θεώρηση της προτεραιότητας της  πολιτικής ή οικονομικής πάλης αλλά από τη συσσώρευση επιρροών του εσωτερικού διχασμού των μερικών κινητοποιήσεων. Σε κλίμα ακραίας καταπίεσης κάθε κινητοποίηση για έναν μερικό στόχο δεν θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως ένα συμπαγές αίτημα ενός αγώνα αλλά επίσης ως μια πράξη εναντίον του συστήματος. Αυτό το γεγονός είναι που συνδέει τους επιμέρους αγώνες- όλοι προσεγγίζονται ως αλληλοσχετιζόμενοι, όχι επειδή οι στόχοι τους σχετίζονται εσωτερικά αλλά επειδή θεωρούνται ισοδύναμοι στην αντιπαράθεση με το καταπιεστικό καθεστώς. Δεν είναι λοιπόν ότι μοιράζονται κάτι θετικό μεταξύ τους που θεμελιώνει την ενότητά τους, αλλά κάτι αρνητικό :  η αντίθεσή τους σε έναν κοινό εχθρό. Ο ισχυρισμός της Λούξεμπουργκ ότι η ταυτότητα της επαναστατικής μάζας θεμελιώνεται μέσω του υπερκαθορισμού για μια ιστορική περίοδο, μιας ποικιλίας ξεχωριστών αγώνων. Αυτές οι παραδόσεις συγχωνεύονται σε μια επαναστατική στιγμή, σε ένα σημείο τομής.
Ας προσπαθήσουμε να εφαρμόσουμε τις προηγούμενες κατηγορίες σε μια τέτοια κατάσταση.  Το νόημα (σημαινόμενο) όλων των συμπαγών αγώνων εμφανίζεται από την αρχή εσωτερικά διχασμένο.  Ο στόχος κάθε αγώνα δεν αφορά μόνο ένα συγκεκριμένο αίτημα αλλά σημαίνει επίσης και την αντίθεση στο σύστημα. Το πρώτο σημαίνον θεμελιώνει το διαφορικό χαρακτήρα κάθε αιτήματος έναντι των  άλλων αιτημάτων . το δεύτερο σημαινόμενο θεμελιώνει την ισοδυναμία όλων των αιτημάτων που βασίζεται στην κοινή αντίθεσή τους στο σύστημα. Όπως μπορεί να γίνει κατανοητό κάθε ξεχωριστός αγώνας κυριαρχείται από μια αντίφαση, που ταυτόχρονα θεμελιώνει και εξαλείφει την ενικότητά του. Η λειτουργία της παρουσίασης του συστήματος ως ολότητας εξαρτάται από τη δυνατότητα υπερίσχυσης της ισοδυναμίας έναντι της διαφοράς. Αυτή η δυνατότητα είναι το αποτέλεσμα κάθε ενικού αγώνα που πάντα ήδη διαπερνάται από αυτή την αμφισημία. 

Σάββατο 14 Απριλίου 2012

Γιατί τα κενά σημαίνοντα έχουν σημασία για την πολιτική;




Ερνέστο Λακλάου

Πηγή : Emancipation(s). London: Verso Books (1995), pp. 36-46.

Η κοινωνική παραγωγή «κενών σημαινόντων».

Ένα κενό σημαίνον είναι ένα σημαίνον χωρίς σημαινόμενο. Αυτός ο ορισμός ωστόσο αποτελεί και την άρθρωση ενός προβλήματος.  Πώς είναι δυνατό ένα σημαίνον να μην είναι συνδεδεμένο με ένα σημαινόμενο και να παραμένει  παρόλα αυτά εσωτερικό μέρος ενός συστήματος σήμανσης;  Ένα κενό σημαίνον θα ήταν μια σειρά από ήχους και  αν ο τελευταίος  διαχωριζόταν από κάθε λειτουργία σήμανσης, ο ίδιος ο όρος σημαίνον θα γινόταν υπερβολικός. Η μόνη πιθανότητα μιας ροής ήχων που έχουν διαχωριστεί από τη λειτουργία σήμανσης και παραμένουν σημαίνοντα, είναι μέσω της υπονόμευσης του σημείου, που η πιθανότητα ενός κενού σημαίνοντος ενέχει, δημιουργώντας κάτι που είναι εσωτερικό στη σήμανση. Ποια είναι αυτή η πιθανότητα;
Μερικές ψευδείς απαντήσεις θα μπορούσαν να απορριφθούν πολύ εύκολα. Κάποιος θα μπορούσε να υποστηρίξει ότι ένα σημαίνον μπορεί να διαχωριστεί από διάφορα σημαινόμενα σε διαφορετικά πλαίσια. Είναι ξεκάθαρο ότι σε αυτή την περίπτωση το σημαίνον δεν θα ήταν κενό αλλά αμφίσημο: η λειτουργία σε κάθε πλαίσιο θα ήταν πλήρως καθορισμένη. Μια δεύτερη περίπτωση είναι το σημαίνον να μην είναι αμφίσημο αλλά ασαφές:  ο υπερκαθορισμός ή ο υποκαθορισμός των σημαινομένων δεν επιτρέπουν τον πλήρη καθορισμός τους. Αυτή η ροή του σημαίνοντος και πάλι δεν το καθιστά κενό. Παρά το ότι η ροή μας πηγαίνει ένα βήμα μπροστά για να απαντήσουμε στο πρόβλημα οι όροι του  δεν προσεγγίζονται ακόμη. Δεν αντιμετωπίζουμε μια υπερβολή ή ένα έλλειμμα της σήμανσης αλλά την θεωρητική πιθανότητα ενός πράγματος που δείχνει μέσα στη διαδικασία της σήμανσης το όριο του μέσα στο λόγο.
Ένα κενό σημαίνον μπορεί να αναδυθεί μόνον όταν υπάρχει κάποια δομική αδυνατότητα στη σήμανση και μόνο αν αυτή η αδυνατότητα μπορεί να σημάνει τον εαυτό της ως ρήξη (ανατροπή, παραμόρφωση, κτλ) της δομής του σημείου.
Ξέρουμε από τον Σωσσύρ ότι η γλώσσα είναι ένα σύστημα διαφορών και ότι οι γλωσσικές ταυτότητες είναι όλες σχεσιακές και έτσι σε κάθε πράξη σήμανσης εμπλέκεται η ολότητα της γλώσσας. Απαιτείται η ολότητα της γλώσσας, εάν οι διαφορές δεν αποτελούν σύστημα τότε καμιά σήμανση δεν είναι δυνατή. Το πρόβλημα είναι ο καθορισμός των ορίων αυτού του συστήματος. Όταν σκεφτόμαστε τα όρια κάποιου πράγματος, είναι ταυτόσημο με το να σκεφτόμαστε τι είναι πέρα από αυτά τα όρια. Όταν μιλούμε για τα όρια ενός συστήματος σήμανσης είναι ξεκάθαρο ότι αυτά τα όρια δεν μπορούν να σημάνουν τον εαυτό τους αλλά πρέπει να παρουσιαστούν ως ρήξη  ή ως κατάρρευση της διαδικασίας σήμανσης. Έτσι φτάνουμε στο παράδοξο αυτό που συγκροτεί τη δυνατότητα ύπαρξης ενός συστήματος σήμανσης είναι αυτό που συγκροτεί και την αδυνατότητά του – ένα μπλοκάρισμα της συνεχούς διαδικασίας σήμανσης.
Μια πρώτη και κεφαλαιώδης συνέπεια αυτού του γεγονότος είναι  ότι τα αληθινά όρια δεν μπορούν ποτέ να είναι ουδέτερα όρια, πάντα προϋποθέτουν έναν αποκλεισμό.  Ένα ουδέτερο όριο θα ήταν ουσιωδώς συνεχές με αυτό που είναι στις δυο πλευρές του και οι δύο πλευρές είναι απλά διαφορετικές η μία από την άλλη. Μια σημαίνουσα ολότητα είναι ένα σύνολο διαφορών και αυτό σημαίνει ότι και τα δύο είναι μέρος του ίδιου συστήματος και ότι τα όρια μεταξύ των δύο δεν μπορεί να είναι όριο του συστήματος. Στην περίπτωση του αποκλεισμού έχουμε αντιθέτως αυθεντικά όρια επειδή η αναγνώριση του είναι πέρα από αυτά τα όρια θα ενέπλεκε την αδυνατότητα του τι είναι αυτή η πλευρά του ορίου. Τα αληθινά όρια είναι πάντα ανταγωνιστικά. Η λογική των ορίων αποκλεισμού έχουν συνέπειες και για τις δυο πλευρές των ορίων κάτι που θα μας οδηγήσει ευθέως στην έννοια των κενών σημαινόντων.
 1. Μια πρώτη συνέπεια του ορίου αποκλεισμού είναι ότι εισάγει μια ουσιώδης ισοδυναμία μέσα στο σύστημα των διαφορών που συγκροτούνται από αυτά τα όρια. Από την μια κάθε στοιχείο του συστήματος έχει  ταυτότητα μόνο εφόσον είναι διαφορετικό από τα άλλα: διαφορά= ταυτότητα. Από την άλλη όλες οι διαφορές είναι ισοδύναμες μεταξύ τους εφόσον όλες ανήκουν στην ίδια πλευρά του ορίου αποκλεισμού. Αλλά σε αυτή την περίπτωση η ταυτότητα κάθε στοιχείου είναι εκ συγκροτήσεως διχασμένη: από τη μια κάθε διαφορά εκφράζει τον εαυτό της ως διαφορά. Από την άλλη κάθε μια ακυρώνει τον εαυτό της  με την εισαγωγή της σε μια σχέση ισοδυναμιών με όλες τις άλλες διαφορές του συστήματος. Εφόσον υπάρχει σύστημα μόνο όταν υπάρχει ριζικός αποκλεισμός, αυτός ο διχασμός ή η ισοδυναμία είναι συγκροτητικά όλων των συστημικών ταυτοτήτων. Αν η συστημικότητα ενός συστήματος είναι το άμεσο αποτέλεσμα του ορίου αποκλεισμού είναι επειδή αυτός ο αποκλεισμός  θεμελιώνει το σύστημα ως τέτοιο.  Αυτή η παρατήρηση είναι σημαντική γιατί από αυτή εξάγεται το συμπέρασμα ότι το σύστημα δεν έχει κάποιο θετικό θεμέλιο και δεν μπορεί να θεμελιωθεί σε κάποιο θετικό σημαινόμενο. Ας υποθέσουμε ότι ένα σύστημα ήταν το αποτέλεσμα όλων των στοιχείων του που μοιράζονταν ένα θετικό χαρακτηριστικό. Σε αυτή την περίπτωση αυτό το θετικό χαρακτηριστικό θα είναι διαφορετικό από άλλα θετικά χαρακτηριστικά. Αλλά ένα σύστημα  που συγκροτήθηκε μέσω του ριζικού αποκλεισμού διακόπτει τη λογική της διαφοράς: αυτό που αποκλείεται από το σύστημα χωρίς να είναι κάτι θετικό είναι απλά η αρχή της θετικότητας- καθαρό είναι- αυτό είναι το σημαίνον της καθαρής ακύρωσης κάθε διαφοράς.

Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Ο Απόστολος Παύλος του Ζίζεκ (ΙΙ)


Ενώ η κριτική του Ζίζεκ στον Μπαντιού  στο The ticklish subject είναι ξεκάθαρη, η θέση του για τον Παύλο είναι ασαφής- από τη μια συσχετίζει το Προς Ρωμαίους επιστολή  κεφ. 7 με το Λακάν και από την άλλη δεν ξεκαθαρίζει αν ο Παύλος καλεί για ένα ζιζεκικό ή μπαντιουικό Συμβάν.  Ο Ζίζεκ στο βιβλίο του Η μαριονέτα και ο νάνος ασχολείται με τον Eric Santner και το βιβλίο του Τhe psychotheology of everyday life:Reflections on Freund and Rosenzweig. Ο Eric Santner επηρεάστηκε πολύ από τον Ζίζεκ, τον οποίο  έστρεψε προς τον Rosenzweig. Ο Ζίζεκ υιοθετεί την άποψη του Rosenzweig ότι ο Ιουδαϊσμός και ο Χριστιανισμός χρειάζονται ο ένας τον άλλο και ότι ο ευσεβής  Ιουδαίος αντιπροσωπεύει μια σχέση με το νόμο που αποφεύγει τη διαστροφή ή το σκοτεινό υπερεγώ, δηλαδή ο ιουδαϊκός νόμος σε αντίθεση με τον «κανονικό» ή παγανιστικό νόμο δεν παράγει την υπέρβασή του. Η κατανόηση του ιουδαϊσμού από τον Santner χρησιμεύει ως φακός διάμεσου του οποίου ο Ζίζεκ διαβάζει τον Παύλο με την ιουδαϊκή παράδοση.
Ο Ζίζεκ σχολιάζει το βιβλίο του Αγκάμπεν Ο χρόνος που μένει. Αυτό που υιοθετεί ο Ζίζεκ από το βιβλίο του Αγκάμπεν είναι η διάκριση του νόμου μεταξύ του νοήματός του και της δύναμής του καθώς και το πώς αυτές οι δυο πτυχές μπορούν να διαχωριστούν. Στη σμιτιανή κατάσταση εξαίρεσης η δύναμη του νόμου παραμένει ενεργή ενώ το νόημα αναστέλλεται παράγοντας μια κατάσταση ανάγκης όπου κάθε πράξη μπορεί να τιμωρηθεί ως παραβίαση του νόμου. Ο Αγκάμπεν υποστηρίζει ότι η κατανόηση του Συμβάντος από τον απόστολο Παύλο ξεπερνά τον Σμιτ. Η δύναμη του νόμου αναβάλλεται και αυτή καθιστώντας το νόμο ως καθαρή δυνατότητα.  Ο Ζίζεκ δέχεται αυτό το σχήμα αλλά μεταφράζει τη διαφορά μεταξύ του νοήματος και της δύναμης του νόμου με ψυχαναλυτικούς όρους ως διαφορά μεταξύ του ίδιου του νόμου και του σκοτεινού υπερεγώ.
Ο Ζίζεκ στο Η Μαριονέτα και ο νάνος αναφέρει συγκεκριμένα «διαστροφικά» (με τη λακανική έννοια) χαρακτηριστικά του χριστιανισμού, την πτώση του ανθρώπου και την προδοσία του Ιούδα.  Και στις δύο περιπτώσεις  ο θεός φαίνεται να ακολουθεί τη λογική του σκοτεινού υπερεγώ, δίνοντας μια θετική διαταγή αλλά επιθυμώντας την υπέρβασή της – ο θεός φαίνεται να χρειάζεται την πτώση έτσι ώστε να σώσει την ανθρωπότητα και ο Ιησούς χρειάζεται την προδοσία του Ιούδα για να οδηγηθεί στη θυσία.  Για τον Ζίζεκ ολόκληρος ο πυρήνας του χριστιανισμού, η μοίρα του  εξαρτάται από την ερμηνεία αυτών των πράξεων με μη διαστροφικό τρόπο.
Ο Ζίζεκ υποστηρίζει ότι  η κυρίαρχη ιδεολογία απαιτεί από το υποκείμενο να απολαμβάνει αλλά με μη επικίνδυνο τρόπο. Ο σταλινισμός αποτελεί ένα προνομιακό παράδειγμα διαστροφής. Ο Ζίζεκ θέλει να ενεργοποιήσει το επαναστατικό στοιχείο του χριστιανισμού το οποίο εντοπίζεται στη θεμελιωτική χειρονομία του απόστολου Παύλου η οποία είναι δυνατή για τον Ζίζεκ μέσα σε ένα ιουδαϊκό πλαίσιο.  Ο Ζίζεκ υποστηρίζει επηρεασμένος από το Santner ότι ο ιουδαϊκός νόμος δεν συνδέεται με το σκοτεινό υπερεγώ και με βάση αυτή την παραδοχή προσεγγίζει την ιστορία του Ιωβ. Η σιωπή του Ιώβ ερμηνεύεται ως αντίληψη της θεϊκής ανημποριάς. Για τον Ζίζεκ η εμφάνιση του θεού στο τέλος του βιβλίου δεν είναι παρά μια ομολογία της  αδυναμίας του θεού.  Το ιουδαϊκό υποκείμενο ζει πάντα με τη γνώση της μη ύπαρξης του Άλλου (αδυναμίας του θεού).  Η ιουδαϊκή κοινότητα δεν υπακούει σε ένα σκοτεινό υπερεγώ, ξεπερνά τον κύκλο της απαγόρευσης που γεννά την υπέρβαση, ακολουθώντας το νόμο έτσι ώστε να κρύψει την αδυναμία του θεού. Το παράδοξο στον Ιουδαϊσμό είναι ότι παραμένει πιστός σε ένα βίαιο θεμελιωτικό Συμβάν με το να μην το ομολογεί, χωρίς να το συμβολοποιεί.
Ο Χριστός ως ο θεός που ενσαρκώθηκε, αποκαλύπτει την θεϊκή αδυναμία με τον θάνατό του πάνω στο σταυρό και το κλάμα  της εγκατάλειψης. Έτσι για τον Ζίζεκ, ο χριστιανισμός είναι  η θρησκεία του αθεϊσμού.  Για αυτό το λόγο ο Ζίζεκ  υποστηρίζει σε αντίθεση με τον Μπαντιού ότι ο σταυρός και η ανάσταση είναι διαλεκτικά ταυτόσημοι, εφόσον ο θάνατος του Χριστού είναι το θεμέλιο για την ίδρυση μιας νέας κοινότητας που ο Ζίζεκ ονομάζει «Άγιο πνεύμα».
Ο απόστολος Παύλος ριζοσπαστικοποιεί την ιουδαϊκή παράδοση «προδίδοντάς» τη  δηλαδή αποκαλύπτοντας το μυστικό της  μέσα από την αναφορά στο σταυρό και καθολικοποιώντας το, σχηματίζοντας ξεχωριστές κοινότητες που θεμελιώνονται σε αυτή τη νέα εμπειρία του νόμου και της αγάπης.