Σάββατο, 26 Μαΐου 2012

Φαντασίωση και σύμπτωμα




Η διάκριση της φαντασίωσης από το σύμπτωμα

Ο Λακάν διακρίνει πλήρως την φαντασίωση από το σύμπτωμα αν και το κοινό τους στοιχείο είναι ότι αποτελούν δύο διακριτές μορφές jouissance. Το σύμπτωμα αποτελεί μια jouissance υπό μορφή απαρέσκειας ενώ η φαντασίωση είναι  μια jouissance υπό τη μορφή  ηδονής (Σταυρακάκης, 2012:102). Δεν υπάρχει υποκείμενο χωρίς σύμπτωμα. Το σύμπτωμα επιτρέπει στο υποκείμενο να απολαμβάνει, αποτελεί ένα είδος λύσης στην καταστατική έλλειψη της jouissance (Σταυρακάκης,2012:103). Ο αναλυόμενος μιλά για το σύμπτωμά του, το οποίο το βιώνει ως ενόχληση ενώ αντιθέτως η φαντασίωση η οποία του δημιουργεί ευχαρίστηση μένει συνήθως κρυφή μέσα στην ανάλυση ακόμη και για χρόνια, δεν λέει τίποτα για αυτή επειδή του δημιουργεί αισθήματα ντροπής και αμηχανίας (Miller,2010). Το σύμπτωμα αρχικά δημιουργεί δυσφορία όταν βιώνεται αλλά η ερμηνεία του αποτελεί συνήθως πηγή διανοητικής ευχαρίστησης (Ζίζεκ,2006:134). Η φαντασίωση του νευρωτικού παίρνει το περιεχόμενό της από τον λόγο του διαστροφικού. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο/η αναλυόμενος/η είναι διαστροφικός/η. Συχνά η φαντασίωση έρχεται σε σύγκρουση με τις ηθικές αξίες που έχει κάποιος. Υπάρχουν φεμινίστριες γυναίκες που έχουν μαζοχιστικές φαντασιώσεις και άντρες με ανθρωπιστικά ιδεώδη που έχουν επιθετικές φαντασιώσεις.
Μία άλλη σημαντική διαφορά μεταξύ συμπτώματος και φαντασίωσης είναι ότι το σύμπτωμα επιδέχεται ερμηνεία από τον αναλυτή ενώ η φαντασίωση αποτελεί μια (ανα)κατασκευή. Ο αναλυόμενος απευθύνει ένα αίτημα για ερμηνεία στον αναλυτή, στο υποκείμενο που υποτίθεται ότι γνωρίζει. Αντιθέτως η φαντασίωση ,είναι άμεση και κατανοητή στο υποκείμενο, δεν χρειάζεται καμιά ερμηνεία (Miller,2010). Έτσι το σύμπτωμα συνεπάγεται και απευθύνεται σε κάποιον μη φραγμένο, συνεκτικό Άλλο ο οποίος θα αποδώσει αναδρομικά το νόημά του ενώ αντιθέτως η φαντασίωση σχετίζεται με έναν διαγεγραμμένο, φραγμένο Άλλο του οποίου το κενό γεμίζει (Ζίζεκ,2006:134).
Η φαντασίωση μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο ερμηνείας αλλά η ίδια είναι αδρανής κατασκευή δηλαδή δεν μπορεί να αναλυθεί, αντιστέκεται στην ερμηνεία (Ζίζεκ,2006:134). Η διάκριση μεταξύ κατασκευής και ερμηνείας είναι αλληλένδετη με το ζεύγος γνώση/ αλήθεια. Η ερμηνεία έχει αποτέλεσμα αλήθειας στο υποκείμενο, επηρεάζει την υποκειμενική θέση του αναλυόμενου. Αντιθέτως η κατασκευή (αυτή που σχετίζεται με την θεμελιώδη φαντασίωση) έχει το καθεστώς γνώσης, δεν μπορεί ποτέ να υποκειμενοποιηθεί , το υποκείμενο ποτέ δεν την αντιλαμβάνεται ως την αλήθεια του, ως τον πυρήνα της ύπαρξής του (Zizek,2008:36).  Η ερμηνεία στοχεύει στην αλήθεια της επιθυμίας του υποκειμένου ενώ η κατασκευή στοχεύει στην γνώση της ενόρμησης.
Επίσης το σύμπτωμα παρουσιάζει κάποια δυναμική μέσα στην ανάλυση ενώ η φαντασίωση είναι στατική,. Επειδή η φαντασίωση εμφανίζεται ως στιγμιότυπο δεν υπόκειται στον χρόνο αντίθετα με το σύμπτωμα το οποίο έχει χρονικότητα, γίνεται αντιληπτό αναδραστικά (Miller,2010). Το τέλος της ανάλυσης δεν πρέπει να ορίζεται από την θεραπεία του συμπτώματος αλλά από την αλλαγή της θέσης του υποκειμένου στη φαντασίωση. Στόχος της ανάλυσης είναι το υποκείμενο να αντιληφθεί τι καλύπτει η φαντασίωσή του. 

Η εικόνα προέρχεται από το http://www.susanolmetti.com/brian-cyr-abstract-paintings.html

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2012

Η θεμελιώδης φαντασίωση (ΙΙ)



Rene Magritte Les Amants (Οι εραστές), 1928
Λάδι σε καμβά,54x73,4 cm
Richard S. Zeisler Collection, New York.



Η λειτουργία της θεμελιώδους φαντασίωσης

Σύμφωνα με το Λακάν η φαντασίωση η οποία είναι αυτό που επιτρέπει στο υποκείμενο να διατηρεί, να στηρίζει την επιθυμία του (Σ11,127). Στη θεμελιώδη φαντασίωση η επιθυμία συγκροτείται αλλά δεν ικανοποιείται ή εκπληρώνεται. Μέσω της φαντασίωσης μαθαίνουμε πώς να επιθυμούμε (Ζίζεκ,2006:200). Αποτελεί απάντηση στο ερώτημα Τι θέλει (Che vuoi?) ο Άλλος, καλύπτει σαν μια οθόνη την έλλειψη στον Άλλο και την αινιγματική του επιθυμία. Η επιθυμία δεν είναι  του υποκείμενου  αλλά του Άλλου. Έτσι η φαντασίωση είναι η απάντηση στην πρωταρχική ερώτηση τι θέλουν οι άλλοι από μένα, πώς με βλέπουν, τι είμαι για τους άλλους και όχι τι θέλω εγώ (Zizek,2005:304).
Η φαντασίωση λειτουργεί ως μεσολαβητής μεταξύ της τυπικής συμβολικής δομής και της θετικότητας των αντικειμένων που συναντούμε στην πραγματικότητα, δηλαδή προσφέρει ένα σχήμα με βάση το οποίο συγκεκριμένα θετικά αντικείμενα της πραγματικότητας μπορούν να λειτουργήσουν ως αντικείμενα της επιθυμίας, γεμίζοντας τα κενά της συμβολικής τάξης (Zizek,2008:7). Αυτός ο ρόλος της φαντασίωσης βασίζεται στο ότι «δεν υπάρχει σεξουαλική σχέση» δηλαδή δεν υπάρχει μια φόρμουλα που να εγγυάται μια αρμονική  σεξουαλική σχέση με τον/την σύντροφο. Η έλλειψη μιας καθολικής φόρμουλας οδηγεί κάθε υποκείμενο να εφεύρει την δική του φόρμουλα, μια προσωπική φόρμουλα (Zizek,2008:7). Μια σχέση είναι δυνατή μόνον όταν ο/η σύντροφος είναι συμβατός/ή με αυτή την φόρμουλα.
Η φαντασίωση είναι η κατασκευή που μας επιτρέπει να βρίσκουμε μητρικά υποκατάστατα και από την άλλη αποτελεί μια οθόνη που μας προφυλάγει από την υπερβολική εγγύτητα με το μητρικό Πράγμα. Δεν μπορεί οποιοδήποτε  αντικείμενο να λάβει θέση μέσα στη φαντασίωση. Αποκλείονται αυτά που βρίσκονται πολύ κοντά στο τραυματικό Πράγμα (Ζizek,2006:203). Όταν το υποκείμενο πλησιάζει πολύ κοντά στον φαντασιωσικό του πυρήνα τότε ανακύπτει η αφάνιση του υποκειμένου, το υποκείμενο απολλύει την συμβολική του συνοχή, αποσυντίθεται (Zizek,2006:87). Ο πυρήνας της φαντασίωσης μας είναι όχι μόνο λογοκριμένος αλλά και αφόρητος. Το να αφήνεται κανείς  στην φαντασίωση (πχ ονειροπόληση) δημιουργεί μεγάλη ευχαρίστηση αλλά ο να ομολογεί την φαντασίωσή του σε άλλους δημιουργεί μεγάλη ντροπή και αμηχανία (Zizek,1998b). Στη φαντασίωση το υποκείμενο κατέχει μια περίεργη και συγκαλυμμένη θέση η οποία φαίνεται γελοία. Για αυτό το λόγο όλοι όταν ακούν την περιγραφή  μιας φαντασίωσης που δεν είναι δική τους  γελούν.
Η φαντασίωση εκτός από το να συγκροτεί την επιθυμία και να μας επιτρέπει να βρίσκουμε μητρικά υποκατάστατα έχει ταυτόχρονα και έναν άλλο, προστατευτικό ρόλο. Η φαντασίωση αποτελεί άμυνα απέναντι στον ευνουχισμό δηλαδή στην έλλειψη του Άλλου. Ο Λακάν παραλληλίζει την φαντασίωση με την παγωμένη εικόνα στην οθόνη ενός κινηματογράφου. Όπως ακριβώς η ταινία μπορεί να διακοπεί σε ένα συγκεκριμένο σημείο για την αποφυγή μιας τραυματικής σκηνής έτσι και η φαντασίωση λειτουργεί ως άμυνα στον ευνουχισμό (Evans,2005:306). Στο σεμινάριο Χ ο Λακάν περιγράφει την φαντασίωση ως έναν πίνακα που τοποθετείται πάνω από το πλαίσιο του παραθύρου ώστε να μην μπορεί κανείς να δει από το παράθυρο οτιδήποτε μπορεί να ιδωθεί έξω από αυτό (Chiesa,2007:163). Η φαντασίωση είναι αυτή που καλύπτει την τρύπα στον Άλλο, κρύβει το γεγονός ότι η συμβολική τάξη δομείται γύρω από κάτι που δεν μπορεί να συμβολοποιηθεί δηλαδή το πραγματικό της jouissance. Ο Μιλέρ αναφέρει ότι «Η φαντασίωση είναι ένα μοντάζ με αφετηρία το σημαίνον και στόχο την υπεξαίρεση ευχαρίστησης σε σχέση με ένα σημείο που το ξεπερνά (το υποκείμενο) τελείως. Η φαντασίωση επαναφέρει το πέραν της αρχής της ευχαρίστησης, στην αρχή της ευχαρίστησης. Δηλαδή προσφέρει μια κάλυψη της απόλαυσης (Τσακυράκης,1997:65).
Στην φαντασίωση η jouissance (η οποία θα πρέπει να εκλαμβάνεται ως αποτυχία της σημαινοποίησης)  αποκτά θέση στον Άλλο και συμβολοποιείται αλλά παρόλα αυτά ένα μέρος της μένει εκτός της φαντασίωσης. Μέσω της φαντασίωσης η jouissance εξημερώνεται, εξευγενίζεται (Ζίζεκ,2006:209). Η φαντασίωση  επιτρέπει την πρόσβαση στο πραγματικό κάτω από ελεγχόμενες συνθήκες, συνθήκες που μας προστατεύουν από το πραγματικό ενώ ταυτόχρονα μας επιτρέπουν την πρόσβαση σε ένα εξημερωμένο πραγματικό (Pluth,2007:87).
Σύμφωνα με τον Ζίζεκ στην φαντασίωση συναντούμε την διαλεκτική σύμπτωση των αντιθέτων. Από τη μια πλευρά η φαντασίωση έχει μια σταθεροποιητική διάσταση, αυτή της τάξης και αρμονίας, την οποία ονομάζει φαντασίωση1 . Από την άλλη πλευρά η φαντασίωση έχει μια αποσταθεροποιητική διάσταση, που η στοιχειώδης μορφή της είναι η ζήλεια, περιλαμβάνει όσα με εκνευρίζουν στον Άλλο, εικόνες για το πώς με αγνοεί, με εξαπατά, πλέκει σχέδια εναντίον μου την οποία ονομάζει φαντασίωση2 (Zizek,2005:303). Η φαντασίωση1 και η φαντασίωση2 αποτελούν τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Η φαντασίωση2 στηρίζει την φαντασίωση1. Η φαντασίωση έχει την δομή του Ιανού, έχει δύο αντίθετες πλευρές.

Παρασκευή, 11 Μαΐου 2012

Η γραμματική της φαντασίωσης


του  Kraftwerk


Το κείμενο του Φρόιντ «Χτυπούν ένα παιδί. Μια συνεισφορά στη μελέτη της προέλευσης των διαστροφών»  ανάγεται στο 1919. Στο κείμενο αυτό, ο Φρόιντ επιδιώκει να ερμηνεύσει την γέννηση του μαζοχισμού, ερμηνεύοντας την πορεία κατασκευής της μαζοχιστικής φαντασίωσης. Βέβαια η μαζοχιστική φαντασίωση δεν παρατηρείται μόνο σε διαστροφικούς αλλά και σε νευρωτικούς (ιδεοψυχαναγκαστικούς και υστερικές). Η διαφορά είναι ότι οι διαστροφικοί περνούν στην πράξη ενώ οι νευρωσικοί όχι. Το υλικό της εργασίας του αντλείται από κλινικές περιπτώσεις που συμπεριλαμβάνουν και την ανάλυση της κόρης του Άννας.  Αργότερα (1924) ο Φρόιντ στο «Οικονομικό πρόβλημα του μαζοχισμού θα διατυπώσει τη δεύτερη θεωρία του για το μαζοχισμού όπου αυτός εξηγείται με βάση την ενόρμηση θανάτου. Ο Λακάν θα σχολιάσει εκτενώς το κείμενο «Χτυπούν ένα παιδί» προκειμένου να αναφερθεί στην έννοια της θεμελιώδους φαντασίωσης. Σύμφωνα με τον Φρόιντ η φαντασίωση δεν εμφανίζεται πριν την ηλικία των τεσσάρων ή πέντε ετών. Η φαντασίωση διαμορφώνεται σταδιακά. Ο σχηματισμός της φαντασίωσης «χτυπούν ένα παιδί» βασίζεται σε τρία στάδια: ο πατέρας χτυπά το παιδί (που εγώ μισώ), ο πατέρας με χτυπά , χτυπούν ένα παιδί (Serge,2010:210). Ο μετασχηματισμός των σταδίων της φαντασίωσης αναδεικνύει μια γραμματική της φαντασίωσης.
Το πρώτο στάδιο μπορεί να μην είναι φαντασίωση αλλά μπορεί να είναι το περιεχόμενο μιας ανάμνησης . Ο Φρόιντ λέει ότι διστάζει να αποκαλέσει το πρώτο στάδιο φαντασίωση. Σε αυτό το στάδιο το παιδί φαντασιώνεται μια ευχάριστη σκηνή, πώς ο αντίπαλός του που διεκδικεί την γονική στοργή δέρνεται. Εδώ τίθεται το ζήτημα της διανομής της αγάπης στην οικογένεια, ποιος την οικειοποιείται. Εκφράζει την ιδέα ότι «ο πατέρας δεν αγαπά το άλλο παιδί, αγαπά μόνο εμένα». Η φαντασίωση στο πρώτο στάδιο δεν είναι σεξουαλική και δεν μπορεί ακόμη να αποκληθεί ξεκάθαρα σαδιστική αφού αυτός που χτυπά το παιδί δεν είναι το υποκείμενο (Freud,1919). Σε αυτό το στάδιο κυριαρχεί η αιμομικτική αγάπη.
Στο δεύτερο στάδιο η φαντασίωση είναι ασυνείδητη και κατασκευάζεται κατά τη διάρκεια της ανάλυσης. Το δεύτερο στάδιο υπάρχει μόνο ως λογική υπόθεση σύμφωνα με το  Λακάν, δεν έλαβε ποτέ χώρα.  Ο πατέρας είναι αυτός που χτυπά πάλι αλλά το πρόσωπο που δέχεται τον ξυλοδαρμό έχει αλλάξει, δεν είναι πια ο αντίπαλος αλλά το ίδιο το υποκείμενο (Serge,2010:210). Η τιμωρία του παιδιού επιτελεί μια διπλή λειτουργία, από τη μια εκφράζει μια οιδιπόδεια επιθυμία  και από την άλλη αποτελεί έκφραση της τιμωρίας για αυτή την επιθυμία (Armostrong,1997). Το «ο πατέρας με αγαπά» γίνεται ισοδύναμο με το «ο πατέρας με χτυπά». Από τη μια εκφράζεται η αιμομικτική επιθυμία για τον πατέρα και από την άλλη επιβάλλεται η ανάλογη ποινή για αυτή. Αποτελεί ένα μίγμα αγάπης και ενοχής. Ο ξυλοδαρμός δεν είναι μόνο τιμωρία για την αγάπη του πατέρα αλλά και υποκατάστατο της σχέσης με τον πατέρα  (Freud,1919). Το δεύτερο στάδιο έχει ξεκάθαρο μαζοχιστικό χαρακτήρα. Το κοινό στοιχείο μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου σταδίου είναι η επιθυμία για τον γονέα.  
Στο τρίτο στάδιο ο πατέρας και το υποκείμενο εξαφανίζονται από τη σκηνή. Το πρόσωπο που χτυπά δεν είναι ποτέ ο πατέρας, μπορεί να μην καθορίζεται ή μπορεί να είναι ένας αντιπρόσωπος του πατέρα, ένα πρόσωπο αυθεντίας όπως ο δάσκαλος (Freud,1919). Επίσης αυτός που δέχεται τον ξυλοδαρμό δεν καθορίζεται. Το χτύπημα ενός παιδιού, από μια μονότονη και απλή κατάσταση γίνεται πιο περίπλοκο και παρουσιάζεται με διάφορες παραλλαγές. Οι τιμωρίες και οι εξευτελισμοί μπορούν να υποκαταστήσουν τον ξυλοδαρμό. Το παιδί που δημιουργεί την φαντασίωση παρουσιάζεται αμέτοχο, ως απλός θεατής. Στο τρίτο στάδιο η φαντασίωση μοιάζει με αυτή του πρώτου σταδίου, φαίνεται να είναι σαδιστικό. Παρόλα αυτά μόνο η μορφή της φαντασίωσης είναι σαδιστική αφού στο τρίτο στάδιο η φαντασίωση προκαλεί μαζοχιστική ικανοποίηση (Freud,1919). Στο τρίτο στάδιο της φαντασίωσης σύμφωνα με τον Φρόιντ γίνεται φανερό ότι μόνο αγόρια είναι αυτά που δέρνονται τόσο στις φαντασιώσεις των αγοριών όσο και στων κοριτσιών.
Σύμφωνα με το Φρόιντ η φαντασίωση είναι μια πρόταση, που όταν η  διατύπωσή της  αλλάζει, παράγονται διαφορετικά αποτελέσματα. Ο Φρόιντ υποστήριξε ότι τα ρήματα στην ενεργητική και παθητική φωνή και η εναλλαγή του υποκειμένου στα τρία στάδια της φαντασίωσης ξυλοδαρμού έχουν την δική τους σύνταξη. Για παράδειγμα το πέρασμα από το πρώτο στο δεύτερο στάδιο συμβαίνει μέσα από έναν μετασχηματισμό της ενεργητικής σε παθητική φωνή. H Michèle Perron-Borelli (1997) υποστήριξε ότι η φαντασίωση έχει τριμερή δομή ανεξάρτητα από το αν η δράση που αναπαριστά είναι ενεργητική ή παθητική. Η φαντασίωση αποτελείται από το πρόσωπο, τη δράση και το αντικείμενο της δράσης. Αυτή η δομή είναι ανάλογη με τη βασική γραμματική δομή υποκείμενο, ρήμα, αντικείμενο. Κάθε φαντασίωση σχηματίζεται από τον μετασχηματισμό αυτών των τριών όρων. Μπορεί για παράδειγμα να αλλάξει θέση το υποκείμενο με το αντικείμενο ή να αντικατασταθεί το αντικείμενο ή το υποκείμενο.



Παρασκευή, 4 Μαΐου 2012

Η θεμελιώδης φαντασίωση




του Kraftwerk


Η  πρωταρχική φαντασίωση και η πρωταρχική σκηνή 

Η λακανική έννοια της θεμελιώδους φαντασίωσης σχετίζεται στενά με τη φροϋδική έννοια της πρωταρχικής φαντασίωσης η οποία εμφανίζεται για πρώτη φορά στα γραπτά του Φρόυντ το 1915, καθώς και με την έννοια της πρωταρχικής σκηνής. Θα αναλύσουμε αρχικά την έννοια της πρωταρχικής φαντασίωσης.
Οι πρωταρχικές φαντασιώσεις (Urphantasien)  σύμφωνα με το Λεξιλόγιο της ψυχανάλυσης των Laplanche & Pontalis (1986:532) ορίζονται ως «ειδικές φαντασιωσικές δομές (ενδομήτριος ζωή, πρωταρχική σκηνή, ευνουχισμός, αποπλάνηση) οι οποίες σύμφωνα με την ψυχαναλυτική θεωρία οργανώνουν τη φαντασιωσική προβληματική, ανεξάρτητα από τις προσωπικές εμπειρίες του υποκειμένου. Κατά το Φρόυντ , ο οικουμενικός χαρακτήρας τους εξηγείται από το γεγονός ότι συγκροτούν ένα είδος προγονικής παρακαταθήκης, που μεταβιβάζεται φυλογενετικά». Ο Φρόυντ ερμηνεύει τις πρωταρχικές φαντασιώσεις ως καθολικές οι οποίες έχουν συγκεκριμένο περιεχόμενο και η προέλευσή τους ανάγεται στη φυλογένεση.
Αφού αναλύσαμε την έννοια της πρωταρχικής φαντασίωσης θα αναφερθούμε εν συντομία και στην έννοια της πρωταρχικής σκηνής. Η πρωταρχική σκηνή (Urzene)  ορίζεται ως : « Σκηνή της γονικής συνουσίας, η οποία είτε έχει όντως παρατηρηθεί είτε εικάζεται μόνο και φαντασιώνεται από το παιδί, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιεί γι’ αυτό στοιχεία της πραγματικότητας. Γενικά ερμηνεύεται  από το παιδί σαν πράξη βίας από την πλευρά του πατέρα» (Laplanche & Pontalis, 1986:403). Ο όρος πρωταρχική σκηνή χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά στο Ο άνθρωπος με τους λύκους (1918).
Η λειτουργία των πρωταρχικών φαντασιώσεων  και της πρωταρχικής σκηνής είναι να παρέχουν εξηγήσεις σε διάφορα αινίγματα σχετικά με την προέλευση των πραγμάτων. Έτσι στην πρωταρχική σκηνή απεικονίζεται η προέλευση του υποκειμένου, στις φαντασιώσεις αποπλάνησης η καταγωγή και η ανάδυση της σεξουαλικότητας και στις φαντασιώσεις ευνουχισμού, η προέλευση της διαφοράς των φύλων (Laplanche & Pontalis, 1986:534).
  
Ορισμός και δομή της θεμελιώδους φαντασίωσης

Η φαντασίωση αποτελεί τον συνεκτικό ιστό και το στήριγμα της πραγματικότητας. Βέβαια αυτό δεν σημαίνει ότι η πραγματικότητα είναι όνειρο ή αυταπάτη. Αντιθέτως το όνειρο είναι αυτό που αποτελεί έκφραση του Πραγματικού. Ο όρος φαντασίωση δεν πρέπει να συγχέεται σε καμιά περίπτωση με την φαντασία ούτε προϋποθέτει κάποια ενεργητική συμμετοχή του υποκειμένου στην συγκρότησή της (Pluth,2007:81). Η φαντασίωση είναι ασυνείδητη και δεν υφίσταται αφ’εαυτού πριν την ανάλυση αλλά κατασκευάζεται και ανακατασκευάζεται κατά την διάρκειά της. Ποτέ δεν υπήρξε στην συνείδηση και μετά απωθήθηκε. Ουσιαστικά συγκροτείται μέσα από το συνολικό δίκτυο φαντασιώσεων που αναδύονται κατά την πορεία της ανάλυσης (Fink,2006:102) μέσα από την αφήγηση του αναλυόμενου, τις πράξεις του, τα όνειρα και τις ονειροπολήσεις του. Όταν το υποκείμενο βιώνει πολλούς φαντασιωσικούς σχηματισμούς που αλληλοσχετίζονται  ποτέ αυτή η σειρά δεν είναι πλήρης- η σειρά αυτή παρουσιάζει τόσες πολλές παραλλαγές μιας υποβόσκουσας θεμελιώδους φαντασίωσης που αυτή δεν βιώνεται ποτέ από το υποκείμενο (Ζιζεκ,1998:483).
            Η φαντασίωση ανήκει στην κατηγορία του αντικειμενικά υποκειμενικού δηλαδή το πώς τα πράγματα σου φαίνονται πραγματικά, αντικειμενικά ακόμη και αν δεν σου φαίνονται ότι είναι έτσι (Ζίζεκ,2006:82).  Η φαντασίωση δεν είναι αντικειμενική (με την απλοϊκή έννοια του να υπάρχει ανεξάρτητα από τις αντιλήψεις του υποκειμένου) ούτε υποκειμενική (με την έννοια ότι ανάγεται στην συνειδητή εμπειρική αντίληψη του υποκειμένου). Η φαντασίωση ανήκει στην κατηγορία του ενδοϋποκειμενικού σύμφωνα με τον Ζίζεκ.
Ο ορισμός της φαντασίωσης παρουσιάζει μεταβολές στη διδασκαλία του Λακάν. Η πρώτη φόρμουλα που χρησιμοποίησε ο Λακάν για να περιγράψει την φαντασίωση δείχνει την φαντασιακή διάστασή της: αßά . Ο Λακάν τονίζει ότι η κυριαρχία της εικόνας για το υποκείμενο προκύπτει από ένα κενό που εμφανίζεται στη συμβολική. Η δεύτερη φόρμουλα (μαθήμιο) που χρησιμοποίησε ο Λακάν ήταν S<>a. Η διαφορά με την πρώτη φόρμουλα είναι ότι το αντικείμενο χάνει την φανταστική του διάσταση και ανήκει πλέον στο πραγματικό. Επίσης στη δεύτερη φόρμουλα εμπλέκεται το υποκείμενο ως αποτέλεσμα της σημαίνουσας αλυσίδας, δηλαδή στην φαντασίωση συσχετίζονται δύο διαφορετικές δομές, το συμβολικό και το πραγματικό.
Ο Λακάν ταύτισε τοπολογικά την φαντασίωση με το cross cap (σταυροσκούφι). Το cross cap χρησιμοποιείται ώστε να εξηγηθεί πως διαφορετικά στοιχεία, το υποκείμενο και το αντικείμενο α με διαφορετικές δομές, συνδέονται στην φαντασίωση. Το cross cap τοπολογικά προκύπτει από την σύνθεση δύο στοιχείων με διαφορετικές δομές. Προκύπτει από την σύνδεση μιας ταινίας Moebius και ενός απλούστερου στοιχείου όπως η επιφάνεια ενός χαρτιού, ενός επιπέδου ή μιας σφαίρας τα οποία δεν έχουν σε καμία περίπτωση δομή όμοια με την ταινία Moebius. Η ταινία Moebius αντιπροσωπεύει το υποκείμενο ενώ το επίπεδο αντιπροσωπεύει το αντικείμενο
Στο άρθρο με τίτλο The fundamental fantasm  (περιοδικό  Symptom) o Μιλλέρ τονίζει ότι  στην φαντασίωση συνυπάρχουν και οι τρεις διαστάσεις η φανταστική, η συμβολική και η πραγματική. Η φανταστική πλευρά της φαντασίωσης σχετίζεται με την παραγωγή εικόνων από το υποκείμενο που σχετίζονται με το περιβάλλον του και τα πρόσωπα που τον περιβάλλουν. Η συμβολική διάσταση της φαντασίωσης σχετίζεται με την ενσωμάτωση μικρών ιστοριών. Η πραγματική διάσταση της φαντασίωσης αναφέρεται σε αυτό που είναι αδύνατο να αλλάξει σε μια φαντασίωση. Όταν το υποκείμενο έλθει σε μεγάλη εγγύτητα στον πυρήνα της θεμελιώδους φαντασίωσής του δηλαδή το Πραγματικό, τότε η φαντασίωση γίνεται μη προσβάσιμη αφού η συνεκτικότητα της ύπαρξης του υποκειμένου χάνεται. Ο Φρόιντ σχολιάζει τη φαντασίωση «χτυπούν ένα παιδί» και αναφέρεται στην γραμματική της φαντασίωσης. Ο Λακάν αντιθέτως μιλά για την λογική της φαντασίωσης. Η φαντασίωση παρουσιάζεται ως λογικό αξίωμα. Το αξίωμα στη Λογική είναι αυτό που θεμελιώνει ένα σύστημα αλλά είναι διαχωρισμένο από αυτό. Επίσης το αξίωμα δεν μεταβάλλεται. Έτσι ο Λακάν αναφερόμενος στη φαντασίωση ως αξίωμα αναφέρεται κυρίως στην πραγματική διάσταση αυτή που είναι αδύνατο να αλλάξει (Miller). 


Art: “Mobile Uploads” from Gary Dauphin’s Albums, at Facebook “http://www.facebook.com/gary.dauphin?”