Παρασκευή 6 Απριλίου 2012

Ο Απόστολος Παύλος του Ζίζεκ (ΙΙ)


Ενώ η κριτική του Ζίζεκ στον Μπαντιού  στο The ticklish subject είναι ξεκάθαρη, η θέση του για τον Παύλο είναι ασαφής- από τη μια συσχετίζει το Προς Ρωμαίους επιστολή  κεφ. 7 με το Λακάν και από την άλλη δεν ξεκαθαρίζει αν ο Παύλος καλεί για ένα ζιζεκικό ή μπαντιουικό Συμβάν.  Ο Ζίζεκ στο βιβλίο του Η μαριονέτα και ο νάνος ασχολείται με τον Eric Santner και το βιβλίο του Τhe psychotheology of everyday life:Reflections on Freund and Rosenzweig. Ο Eric Santner επηρεάστηκε πολύ από τον Ζίζεκ, τον οποίο  έστρεψε προς τον Rosenzweig. Ο Ζίζεκ υιοθετεί την άποψη του Rosenzweig ότι ο Ιουδαϊσμός και ο Χριστιανισμός χρειάζονται ο ένας τον άλλο και ότι ο ευσεβής  Ιουδαίος αντιπροσωπεύει μια σχέση με το νόμο που αποφεύγει τη διαστροφή ή το σκοτεινό υπερεγώ, δηλαδή ο ιουδαϊκός νόμος σε αντίθεση με τον «κανονικό» ή παγανιστικό νόμο δεν παράγει την υπέρβασή του. Η κατανόηση του ιουδαϊσμού από τον Santner χρησιμεύει ως φακός διάμεσου του οποίου ο Ζίζεκ διαβάζει τον Παύλο με την ιουδαϊκή παράδοση.
Ο Ζίζεκ σχολιάζει το βιβλίο του Αγκάμπεν Ο χρόνος που μένει. Αυτό που υιοθετεί ο Ζίζεκ από το βιβλίο του Αγκάμπεν είναι η διάκριση του νόμου μεταξύ του νοήματός του και της δύναμής του καθώς και το πώς αυτές οι δυο πτυχές μπορούν να διαχωριστούν. Στη σμιτιανή κατάσταση εξαίρεσης η δύναμη του νόμου παραμένει ενεργή ενώ το νόημα αναστέλλεται παράγοντας μια κατάσταση ανάγκης όπου κάθε πράξη μπορεί να τιμωρηθεί ως παραβίαση του νόμου. Ο Αγκάμπεν υποστηρίζει ότι η κατανόηση του Συμβάντος από τον απόστολο Παύλο ξεπερνά τον Σμιτ. Η δύναμη του νόμου αναβάλλεται και αυτή καθιστώντας το νόμο ως καθαρή δυνατότητα.  Ο Ζίζεκ δέχεται αυτό το σχήμα αλλά μεταφράζει τη διαφορά μεταξύ του νοήματος και της δύναμης του νόμου με ψυχαναλυτικούς όρους ως διαφορά μεταξύ του ίδιου του νόμου και του σκοτεινού υπερεγώ.
Ο Ζίζεκ στο Η Μαριονέτα και ο νάνος αναφέρει συγκεκριμένα «διαστροφικά» (με τη λακανική έννοια) χαρακτηριστικά του χριστιανισμού, την πτώση του ανθρώπου και την προδοσία του Ιούδα.  Και στις δύο περιπτώσεις  ο θεός φαίνεται να ακολουθεί τη λογική του σκοτεινού υπερεγώ, δίνοντας μια θετική διαταγή αλλά επιθυμώντας την υπέρβασή της – ο θεός φαίνεται να χρειάζεται την πτώση έτσι ώστε να σώσει την ανθρωπότητα και ο Ιησούς χρειάζεται την προδοσία του Ιούδα για να οδηγηθεί στη θυσία.  Για τον Ζίζεκ ολόκληρος ο πυρήνας του χριστιανισμού, η μοίρα του  εξαρτάται από την ερμηνεία αυτών των πράξεων με μη διαστροφικό τρόπο.
Ο Ζίζεκ υποστηρίζει ότι  η κυρίαρχη ιδεολογία απαιτεί από το υποκείμενο να απολαμβάνει αλλά με μη επικίνδυνο τρόπο. Ο σταλινισμός αποτελεί ένα προνομιακό παράδειγμα διαστροφής. Ο Ζίζεκ θέλει να ενεργοποιήσει το επαναστατικό στοιχείο του χριστιανισμού το οποίο εντοπίζεται στη θεμελιωτική χειρονομία του απόστολου Παύλου η οποία είναι δυνατή για τον Ζίζεκ μέσα σε ένα ιουδαϊκό πλαίσιο.  Ο Ζίζεκ υποστηρίζει επηρεασμένος από το Santner ότι ο ιουδαϊκός νόμος δεν συνδέεται με το σκοτεινό υπερεγώ και με βάση αυτή την παραδοχή προσεγγίζει την ιστορία του Ιωβ. Η σιωπή του Ιώβ ερμηνεύεται ως αντίληψη της θεϊκής ανημποριάς. Για τον Ζίζεκ η εμφάνιση του θεού στο τέλος του βιβλίου δεν είναι παρά μια ομολογία της  αδυναμίας του θεού.  Το ιουδαϊκό υποκείμενο ζει πάντα με τη γνώση της μη ύπαρξης του Άλλου (αδυναμίας του θεού).  Η ιουδαϊκή κοινότητα δεν υπακούει σε ένα σκοτεινό υπερεγώ, ξεπερνά τον κύκλο της απαγόρευσης που γεννά την υπέρβαση, ακολουθώντας το νόμο έτσι ώστε να κρύψει την αδυναμία του θεού. Το παράδοξο στον Ιουδαϊσμό είναι ότι παραμένει πιστός σε ένα βίαιο θεμελιωτικό Συμβάν με το να μην το ομολογεί, χωρίς να το συμβολοποιεί.
Ο Χριστός ως ο θεός που ενσαρκώθηκε, αποκαλύπτει την θεϊκή αδυναμία με τον θάνατό του πάνω στο σταυρό και το κλάμα  της εγκατάλειψης. Έτσι για τον Ζίζεκ, ο χριστιανισμός είναι  η θρησκεία του αθεϊσμού.  Για αυτό το λόγο ο Ζίζεκ  υποστηρίζει σε αντίθεση με τον Μπαντιού ότι ο σταυρός και η ανάσταση είναι διαλεκτικά ταυτόσημοι, εφόσον ο θάνατος του Χριστού είναι το θεμέλιο για την ίδρυση μιας νέας κοινότητας που ο Ζίζεκ ονομάζει «Άγιο πνεύμα».
Ο απόστολος Παύλος ριζοσπαστικοποιεί την ιουδαϊκή παράδοση «προδίδοντάς» τη  δηλαδή αποκαλύπτοντας το μυστικό της  μέσα από την αναφορά στο σταυρό και καθολικοποιώντας το, σχηματίζοντας ξεχωριστές κοινότητες που θεμελιώνονται σε αυτή τη νέα εμπειρία του νόμου και της αγάπης. 

1 σχόλιο: