Σάββατο, 10 Μαρτίου 2012

Η φιλοσοφία του Αλαίν Μπαντιού (ΙΙ)


Το υποκείμενο και το συμβάν

Αυτό που ο Μπαντιού ονομάζει υποκείμενο είναι αυτό που μέσα από την διακηρυγμένη πίστη του σε ένα συμβάν, διατηρεί την άρθρωση μιας ολικής γενολογικής  αλήθειας, της αλήθειας της κατάστασής του, πέρα από την επιτήρηση του κράτους. Η αλήθεια σε μια κατάσταση αφαιρείται από αυτό που μπορεί να παρουσιαστεί στην κατάσταση, ως κάτι που υφαιρείται  από ότι παρουσιάζεται σε αυτή την κατάσταση, ως κάτι «ασύλληπτο» για την γλώσσα αυτής της κατάστασης. Η αλήθεια αναδύεται ως αποτέλεσμα μιας διαδικασίας, ως το ζωντανό αποτέλεσμα μιας εργασίας. Δεν υπάρχει στιγμιαία σωτηρία (SP 96). Για την ακρίβεια η αλήθεια συνέχει αυτό που ο Μπαντιού ονομάζει «γενόσημο υποσύνολο» μιας κατάστασης, που διατηρείται από μια υποκειμενική πιστότητα στο συμβάν από το οποίο ξεπηδά. Έτσι  η ενότητα που εκτοπίστηκε από την οντολογία αναγεννιέται ως αποτέλεσμα μιας αλήθειας βασισμένης σε ένα συμβάν : «δεν υπάρχει κανένα Ένα εκτός από το αν υπάρχει για όλα» (SP80), μια ενότητα  με ενεργό τρόπο έγινε συμπεριληπτική όλων. Σε μια χαρακτηριστικά ακριβής φόρμουλα « το μόνο καθολικό είναι αυτό που είναι εμμενές στην εξαίρεση» (SP 199).
Μερικά παραδείγματα θα φωτίσουν αυτό το κάπως αφηρημένο σχήμα: ο χριστιανισμός για τον Απόστολο Παύλο και η Γαλλική επανάσταση για τον Ροβεσπιέρο και τον Σαιν Ζυστ. (Το δεύτερο παράδειγμα  δείχνει  κάτι από τον ηθικο- πολιτικό προσανατολισμό του Μπαντιού ενώ το δεύτερο όχι ή τουλάχιστο όχι που ξεκάθαρα).
Η περίπτωση του Χριστιανισμού. « στον χριστιανισμό και μόνο στον χριστιανισμό (μια από τις μεγαλύτερες θρησκείες του κόσμου), η ουσία της αλήθειας δηλώνεται με την προϋπόθεση ενός συμβαντικού υπερ- ενός, δηλαδή της ανάστασης.
Μόνο στον χριστιανισμό η προσέγγιση της αλήθειας δεν είναι ζήτημα παρατήρησης ή στατικής γνώσης αλλά παρέμβασης (EE 235). Με τον απόστολο Παύλο συγκεκριμένα- τον μοναχικό ιεραπόστολο που δεν είχε προσωπικές σχέσεις με το Χριστό που δείχνει μετά την μεταστροφή του μικρό ενδιαφέρον στο να χτίσει μια τυπική εκκλησία στην Ιερουσαλήμ- το συμβάν δεν είναι ζήτημα επαλήθευσης ή επίδειξης αλλά πεποίθησης και διακήρυξης. Το χριστιανικό υποκείμενο που έχει συγκροτηθεί από αυτή τη διακήρυξη («στο όνομα του Χριστού») δεν προ- υπάρχει του συμβάντος που διακηρύττει ( το τέλος του θανάτου) και είναι αναγκαίο να μην ανήκει σε κάποια προνομιούχα κοινότητα ή τάξη. Η αλήθεια που διακηρύττεται δεν είναι ζήτημα ενός πανάρχαιου νόμου και προφητικών συμβόλων ούτε και  μιας κοσμικής αρμονίας. Είναι μια εργώδης διαδικασία και όχι ένας διαφωτισμό, μια συνεχή επίδειξη της πίστης που υποστηρίζεται από μια «ελπίδα» και «αγάπη» που οι ίδιες τους θεμελιώνονται στην δικιά τους ακεραιτότητα. Αυτή η  αλήθεια είναι  αδιάφορη, τελικά με τις κυρίαρχες αξίες μιας κατάστασης (ρωμαϊκής, εβραϊκής ή ελληνικής), μέσα από την οποία έρχεται για να περάσει.  Ενώ οι ελληνικοί και εβραϊκοί λόγοι προσφέρουν εναλλακτικές σχετικά με την κυριαρχία και τη νομιμότητα το χριστιανικό συμβάν δεν είναι ούτε κοσμικό ούτε νομικό, ούτε σημάδι  του εκλεκτού ή ένδειξη των πραγμάτων που θα γίνουν και δεν μπορεί να ενσωματωθεί σε κάποια κοινότητα παρά μόνο στην καθολική κοινότητα αυτών που γίνονται τα παιδιά και οι υιοί του. Ο Παύλος είναι ένας από τους πρώτους που υφαίρεσε   την αλήθεια από την λαβή του δημόσιου είτε αυτό ήταν άνθρωποι, πόλη, περιοχή ή κοινωνική τάξη (SP 6).
Για τον Μπαντιού «όλες οι παράμετροι του συμβάντος είναι φανεροί στον χριστιανισμό» (EE 235). Αυτό που ονομάζει συμβαντικό χώρο είναι χαρακτηριστικό στον θάνατο του Χριστού, τον βασανισμό της σάρκας, την ανθρώπινη εμπειρία που έφτασε στα «χείλη του κενού». Αυτό που ονομάζει συμβάν- ο θάνατος/ανάσταση του Χριστού- είναι τελείως εφήμερη, τελείως ασύστατο πέρασμα, που δεν μπορεί να προσδιοριστεί από οποιαδήποτε σταθερό στοιχείο της κατάστασης στην οποία συμβαίνει. Το συμβάν της ανάστασης του Χριστού έρχεται για να περάσει γρήγορα και χωρίς δικαιολόγηση σε μια κατάσταση που η ύπαρξή της δημιουργείται από αδιάκοπα μεταβαλλόμενες πολλαπλότητες (Εβραίοι, Έλληνες, Ρωμαίοι…). Αυτό το συμβάν παραμένει μη αναγνωρίσιμο  και χωρίς ουσία για σχεδόν όλους όσους ανήκουν σε αυτή την κατάσταση. Οι εξαιρέσεις είναι αυτοί οι απόστολοι- εμπροσθοφύλακες οι οποίοι  διακηρύττοντας την ανάσταση του Χριστού, την έλευση της αλήθειας, συγκροτούν τον εαυτό τους ως υποκείμενα στο όνομά του. Αυτή η αλήθεια παρουσιάζεται ως κάτι πέρα ή ότι έχει «υφαιρεθεί»  από την αρμοδιότητα των θρησκευτικών αρχών της εποχής (Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία, η μεταδομή της κατάστασης).  Η υποκειμενική παρέμβαση κάνει αναδρομικά την άφατη βάση για μια νέα αρχή. Ο οργανωμένος χριστιανισμός τελικά θεμελιώνει μια «θεσμική πιστότητα»- « η εκκλησία, ο πρώτος θεσμός της ανθρώπινης ιστορίας που επικαλείται την καθολικότητα (ΕΕ 237)- έτσι ώστε να διατηρήσουν μια αυθεντική «σύνδεση» με αυτό το συμβάν, διακριτή από τις ψευδείς και αιρετικές συνδέσεις.
Η περίπτωση του Ρουσσώ και το 1792. Για τον Μπαντιού ο Ρουσσώ θεμελιώνει αυτό που θα είναι για πάντα η μοντέρνα έννοια της πολιτικής (ΕΕ 380) επειδή διακηρύττει ότι το πολιτικό ως τέτοιο ξεκινά με ένα συμβάν (το συμβόλαιο) παρά με μια κοινωνική δομή ή μια κοινοτική σχέση. Για τον Ρουσσώ ο Ροβιεσπιέρος και ο Σαιν Ζυστ αναπτύσσουν την πιο ριζική πολιτική σκέψη πριν το Μαρξ. Όπως τους περιγράφει ο Μπαντιού, οι Ιακωβίνοι είναι αυτοί που παρεμβαίνουν, coute que coute,, να συντηρήσουν μια πιστότητα σε αυτή την αυτό- συγκροτούμενη κυριαρχία που επιβάλλεται από τη ρουσσωική γενική βούληση. Η επανάσταση είναι το εφήμερο συμβάν που επικυρώνεται αναδρομικά από μαχόμενους παρτιζάνους ως η εγκαινίαση μιας νέας τάξης (ή η ονομασία μιας παλιότερης τάξης ως παλαιάς). Τα στοιχεία του συμβαντικού χώρου είναι η σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης, οι χωρικοί  του Μεγάλου τρόμου, οι ξεβράκωτοι (sans cullotes), το δημόσιο χρέος και ούτω καθεξής. Η επανάσταση γίνεται ένα στοιχείο του αυτού της, συστατικό υλικό της επαναστατικής εμπειρίας ως τέτοιας. « Πρέπει να πούμε ότι η Γαλλική επανάσταση ως συμβάν παρουσιάζει από τη μια την άπειρη πολλαπλή αλληλουχία των γεγονότων που συνέβησαν μεταξύ  του 1789 και 1794 και από την άλλη παρουσιάζει τον αυτό της ως ένα εμμενές resume και σκιαγραφεί ως ένα την δικιά της πολλαπλότητα (ΕΕ 201). Οι διάφορες επαναστατικές ομάδες είναι αυτές που ανταγωνίζονται για να θεμελιώσουν μια  βιώσιμη θεσμική πιστότητα σε αυτό το συμβάν.
Με περισσότερο γενικούς όρους το συμβάν- ανεξάρτητα από «αυτό που συμβαίνει»- είναι αυτό που η οντολογία αποκλείει. Το συμβάν είναι «υπεράριθμο» σε μια εξολοκλήρου «αριθμητική» οντολογική κλίμακα. Είναι ένα στερούμενο ουσίας, εφήμερο θραύσμα καθαρής ενδεχομενικότητας που κάνει δυνατή την έλευση της αλήθειας (ΕΤ 40). Ένα συμβάν χαρακτηρίζει «το σημείο όπου  μια σκέψη υφαιρεί τον εαυτό της  από το κράτος, εγγράφοντας αυτή την υφαίρεση στο είναι (DO 57). Σε κάθε περίπτωση το συμβάν είναι ζήτημα καθαρής ενδεχομενικότητας η οποία δεν μπορεί να συναχθεί από την κατάσταση (ΕΕ 215, SP 75). Το συμβάν δεν υπάρχει παρά μόνο στο βαθμό που διακηρύσσετε ότι υπάρχει. Δεν αφήνει ίχνη, είναι τίποτα, μια «έκλειψη».  Εάν ο σκοπός του Μπαντιού είναι να από- ουσιοποιήσει τις αλήθειες χωρίς να τις μετασχηματίσει σε γλωσσικά παιχνίδια, τυπικά της μεταμοντέρνας φιλοσοφίας, αυτό που διασώζει τις αλήθειες από τη σοφιστική τυραννία της γλώσσας είναι ακριβώς αυτή η συμβαντική τοπικοποίησή τους.
Το συμβάν μπορεί μόνο να υπάρξει μέσω της διακήρυξης  ότι υπάρχει : είναι ένας άλλος τρόπος για να πει κανείς ότι το συμβάν ανήκει μόνο στο εαυτό του, ότι αυτοθεμελιώνεται. Στην πιο κυριολεκτική του έννοια, το συμβάν δεν έχει «αντικειμενικότητα». Με βάση την διακήρυξη ενός συμβάντος μπορεί να οικοδομηθεί αναδραστικά μια πιστότητα (Ο Χριστός αναστήθηκε, η Επανάσταση ξεκίνησε).
Ο Μπαντιού καλεί παρέμβαση κάθε διαδικασία μέσω της οποίας μια πολλαπλότητα αναγνωρίζεται ως συμβάν (ΕΕ 224) και ορίζει ως υποκειμενοποίηση, την ανάδυση ενός πράκτορα (operator) που ακολουθεί μια παρεμβατική ανάδειξη (ΕΕ 430) και επιδιώκει να διατηρήσει αυτή την ανάδειξη- για παράδειγμα, το Κόμμα, αφού κηρυχθεί η επανάσταση ή η Εκκλησία αφού οι απόστολοι κηρύξουν την Ανάσταση. Μέσω αυτού του πράκτορα (operator) «μια αλήθεια ομαδοποιεί όλους τους όρους μιας κατάστασης που είναι συνδεδεμένη με το όνομα του συμβάντος (ΕΕ 364). Δεν υπάρχει πιθανός «τρίτος όρος» «Μια διαδικασία αλήθειας δεν έχει διαβαθμίσεις. Ή συμμετέχεις, διακηρύττεις το θεμελιωτικό συμβάν και αποδέχεσαι τις συνέπειες ή μένεις έξω από αυτό. Αυτή η διάκριση είναι εντελώς υποκειμενική. Η απόφαση υπέρ ή κατά είναι φιλοσοφικά μια καθαρή απόφαση που συγκροτεί τους όρους της (CS 190).  Στο πρώιμο, μαοϊστκό  έργο  του Μπαντιού, η διάκριση μεταξύ  προλεταριάτου και μπουρζουαζίας- παραμένει εμμενής στην ιστορική διαδικασία η οποία καθορίζει μέσω απόφασης . Το ύστερο έργο του μπορεί να θεωρηθεί ως προσπάθεια να διατηρηθεί ένας ισοδύναμος μηχανισμός λήψης απόφασης, αλλά περιορισμένη στον ελάχιστο βαθμό από την «αντικειμενική» ιστορική εξέλιξη.
Αυτό σημαίνει ότι ο ουσιαστικός μηχανισμός της σύνδεσης είναι ένα είδος μεταστροφής με την  έννοια της μεταστροφής του Παύλου. Η πιστότητα είναι όρος του Μπαντιού για τη διατήρηση μιας «θετικής» σύνδεσης. Το να είσαι πιστός στο συμβάν σημαίνει το να σκέφτεσαι την κατάσταση με βάση το συμβάν. Για παράδειγμα ο Μπεργκ και ο Βέμπερν, πιστοί στον Σαίνμπεργκ – ή πολιτική των Γάλλων μαοϊκών μεταξύ του 1966 και 1976, καθώς επιδίωξαν να σκέφτονται και να πράττουν πιστοί σε δύο συμβάντα : την Πολιτιστική Επανάσταση στην Κίνα και το Μάη του 1968 στη Γαλλία (ΕΤ 39).
Αυτό που ο Μπαντιού αποκαλεί το «γενόσημο υποσύνολο» μιας κατάστασης- η ουσία της αλήθειας του- είναι το άθροισμα από τέτοιες θετικές συνδέσεις. Είναι ένα πλήρες υποσύνολο, αν ο φορέας της πιστότητας καταφέρει να κάνει μια πλήρη αξιολόγηση της κατάστασης (δηλαδή να μετρήσει κάθε στοιχείο της κατάστασης εναντίον του συμβάντος). Ας θεωρήσουμε το παράδειγμα της αγάπης. Η αγάπη ξεκινά με μια συνάντηση, ένα καθαρό περιστατικό τύχης. Η συνάντηση ως τέτοια δεν μπορεί να αναγνωριστεί μέσα από τις δεδομένες καταστάσεις αυτών που συναντιούνται. Η διακήρυξη της αγάπης, περισσότερο ή λιγότερο «μετά το γεγονός» ονοματίζει το συμβάν αυτής της συνάντησης και επιτρέπει στα αποτελέσματά της να διατηρηθούν μέσα από την πιστότητα σε αυτό το όνομα (η πιστότητα μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να προδοθεί). Το «γενόσημο υποσύνολο» ξεκινά εδώ:
Πρέπει να εξερευνήσουμε την κατάσταση με σεβασμό σε αυτή την νέα οντότητα με τέτοιο τρόπο ώστε να ανακαλύψουμε τι σχετίζεται, τη δε σχετίζεται και τι είναι δύσκολο να σχετιστεί με αυτό το πρωτογενές συμβάν. Πράττοντας έτσι ανακαλύπτουμε ένα υποσύνολο αυτής της κατάστασης, λίγο λίγο - επειδή οι ασυνήθιστα διακλαδιζόμενες δραστηριότητες της αγάπης περιγράφουν έναν συγκεκριμένο χρόνο. Το υποκείμενο είναι γενόσημο και επομένως δυσδιάκριτο. Αυτό σημαίνει ότι οι εραστές δεν μπορούν να διακρίνουν το υποκείμενο που συγκροτούν.
Το υποκείμενο είναι αυτό που συμπυκνώνει όλο αυτό το πακέτο (συμβάν, παρέμβαση, σύνδεση, πιστότητα, γενόσημο υποσύνολο) σε μια διαδικασία, μια ενότητα που χαρακτηρίζεται από ένα κατάλληλο όνομα για παράδειγμα ο απόστολος Παύλος για την εκκλησία, ο Λένιν για το Κόμμα, ο Καντόρ για την οντολογία, ο Σένμπεργκ για τη μουσική. Το υποκείμενο του Μπαντιού βρίσκεται στον αντίποδα του φουκωικού δανδή που δημιουργεί τον εαυτό σαν έργο τέχνης. Το μπαντιουικό υποκείμενο συνδέει το συγκεκριμένο και πεπερασμένο μιας κατάστασης με την άπειρη, γενόσημη καθολικότητα. Το υποκείμενο δεν είναι το κενό (το οποίο είναι μη ανθρώπινο και μη  υποκειμενικό) αλλά αυτό που διατηρεί μια αμεσότητα με το κενό. Ονομάζω υποκείμενο κάθε τοπική διαμόρφωση μια γενόσημης διαδικασίας που στηρίζει την αλήθεια η οποία είναι τελείως διαφορετική από κάθε έννοιας της ψυχολογίας.
Έτσι το υποκείμενο και το αντικείμενο είναι αμοιβαία αποκλειόμενες έννοιες. Τι είναι το αντικείμενο; Είναι αυτό που διευθετεί την πολλαπλότητα του είναι για την σήμανση. Αντικειμενικότητα είναι η αιχμαλωσία στη σήμανση. «Η υποκειμενοποίηση» είναι πρωτίστως αυτή η πλευρά του είναι που διαφεύγει τη σήμανση. Το ενεργό υποκείμενο της νεύρωσης  δεν είναι το συγκροτούσα συνείδηση της φαινομενολογίας αλλά το ασυνείδητο. Η συνείδηση είναι αυτή που υπόκειται στην νεύρωση (αντικειμενοποιείται από αυτή). Με τον ίδιο τρόπο για τον μαοϊκό Μπαντιού το «πολιτικό» υποκείμενο της επανάστασης δεν είναι η εργατική τάξη ως αντικειμενική πραγματικότητα αλλά το προλεταριάτο ως αυτό που θα έρθει να γίνει καταστρέφοντας την ταξική κοινωνία που καθορίζει την  εργατική τάξη ως  αντικείμενο του κεφαλαίου. Η αντικειμενικότητα και η παρουσίαση είναι πάντα ανησυχία του Κράτους ή του κράτους, ή του κράτους μιας κατάστασης. Και γνωρίζουμε ότι η από- μυστικοποίηση της Αλήθειας παραμένει για μας ένα πρόγραμμα σκέψης. Το υποκείμενο είναι αυτό που υφαιρεί τον εαυτό του από ένα «αντικειμενικό» στάτους. Για τον Μπαντιού  όπως και για τον Σαρτρ  η «πράξη» είναι κυρίως απομάκρυνση από την παθητικότητα.

Στις πρωιμότερες δουλειές του Μπαντιού η πραγματικότητα δεν είναι ζήτημα του αντικειμένου και για τον Μπαντιού και τον Κανγκιλέμ «το υποκείμενο είναι το σύνολο των λειτουργιών που αντιστέκονται στην αντικειμενοποίηση». Ακολουθώντας το Λακάν ο Μπαντιού επιμένει ότι το υποκείμενο δεν καθορίζεται αντικειμενικά (δεν καθορίζεται από ένα αντικείμενο). Το υποκείμενο υπάρχει στην απουσία ενός αντικειμένου  επειδή όπως είδαμε δημιουργεί τον εαυτό του από μια ανάδειξη του εαυτού του βασισμένη μόνο στο κενό.  Η αυτό –ανάδειξη  εντοπίζεται στην κόψη του κενού, σε έναν συγκεκριμένο «τόπο». Βέβαια αυτό το συγκεκριμένο δεν αντικειμενοποιεί το υποκείμενο. Το υποκείμενο είναι μια απόφαση σε εξέλιξη. Σχετίζεται με την αυστηρή «πίστη».

5 σχόλια:

  1. "Για τον Μπαντιού όπως και για τον Σαρτρ η «πράξη» είναι κυρίως απομάκρυνση από την παθητικότητα."
    --------------------------------------------
    Τα σημεία απόφασης είναι ακριβώς οι στιγμές όπου επισυμβαίνει ένα ή ή , ή αυτή η επιλογή ή εκείνη. Για Μπ. υπάρχουν υπερβατολογικά που δεν περιέχουν κανένα τέτοιο σημείο. Αυτός ο κόσμος που έχει τέτοιο υπερβατολογικό δηλ. χωρίς σημεία απόφασης είναι ο άτονος κόσμος. Είναι σαν το πρακτικό-αδρανές του Σαρτρ. Σε ένα τέτοιο κόσμο η πιστότητα αδυνατεί να λειτουργήσει ως φορέας αληθείας. Αυτός είναι ο κόσμος του δημοκρατικού υλισμού. Είναι ένας κόσμος όπου δε συμβαίνει τίποτε εκτός του θανάτου. Εκεί που υπάρχουν μόνο αντικείμενα,σώματα,γλώσσες (όχι αλήθειες, όχι συμβάντα, όχι σημεία απόφασης).
    Συγχαρητήρια για τις αναρτήσεις σου. Είναι πολύ ουσιαστικές στη συγκυρία.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ξέχασα να πω ότι αυτό που έγραψα είναι άποψη του Γκίπσον, απ'το περιοδικό αλήθεια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ο Ζίζεκ ταυτίζει τον άτονο κόσμο του Μπαντιού με την έλλειψη ενός κύριου σημαίνοντος που θα λειουργήσει ως σημείο διαραφής του νοήματος (quilting point ή nodal point). Το κύρο σημαίνον δεν αποδίδει κάποιο θετικό περιεχόμενο αλλά οργανώνει τα αιωρούμενα σημαίνοντα σε μια νέα αρμονία. Σύμφωνα με το Ζίζεκ στον μεταμοντέρνο κόσμο κάθε κύριο σημαίνον πρέπει να αποδομηθεί ή να διασπαρεί. Ως παράδειγμα του ατονικού κόσμου ο Μπαντιού αναφέρει την πολιτικά ορθή οπτική της σεξουαλικότητας που προωθείται από τις σπουδές φύλου που απορρίπτουν την δυαδική λογική,αρνούνται το Δύο, αρνούνται την έννοια της απόφασης και της αξιολόγησης (με τη νιτσεϊκή έννοια). Η αποδόμηση του κύριου σημαίνοντος οδηγεί σε έναν ατονικό κόσμο όπου ο μόνος φορέας της ιδεολογικής έγκλησης είναι η jouissance. Η προσταγή για απόλαυση είναι ο κύριος ρυθμιστής της μετανεωτερικότητας. Σε πολιτικό επίπεδο δεν υπάρχει μια πολιτική της jouissance αλλά μια μετα-πολιτική ρύθμισης της jouissance.
      Raki ευχαριστώ για την ενθάρρυνση, ελπίζω με τις παρεμβάσεις σου να συνεχίσεις να εμπλουτίσεις το περιεχόμενο του μπλογκ.

      Διαγραφή
  3. Εδώ ίσως πονηρά ο Ζίζεκ κάνει αυτήν την ταύτιση για να εντάξει τη διαδικασία υποκειμενικοποίησης του Μπαντιού στο αδιέξοδο πλαίσιο του φαντασιακού. Παραβλέπει, επίτηδες μάλλον, ότι για τον Μπ. οι αλήθειες υπάρχουν αλλά αποτελούν εξαίρεση. Η διαδικασία αληθείας στον Μπ. είναι ανοιχτή και δεν έχει σχέση με την παγίωση-θεσμοποίησή της. Πρόκειται για μία οικουμενικότητα πέραν του φαντασιακού και του ολοκληρωτισμού του. Και πέραν του συμβολικού ως αποκρυπτογράφησης αλλά αντίθετα ως φορέα νέων νοημάτων στη βάση της πίστης προς μία αλήθεια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Συμφωνώ μαζί σου οτι η ταύτιση αυτή είναι εκ του πονηρού. Ο Ζίζεκ επιθυμεί να βρει ιδεολογικούς συμμάχους και τους εντοπίζει στο πρόσωπο του Μπαντιού εναντίον του Σταυρακάκη, του Ντεριντά κτλ. Η επίθεση στις σπουδές φύλου ή στα ανθρώπινα δικαιώματα στοχεύει στο να επιτεθεί σε εκφάνσεις της σοσιαλδημοκρατίας, πχ η ρητορική του τρίτου δρόμου οι οποίες ενώ αναδεικνύουν τις σχέσεις εξουσίας σχετικές με το φύλο, τη φυλή , τη θρησκεία αφήνουν ανέπαφες τις ταξικές σχέσεις και εδώ όντως Μπαντιού και Ζίζεκ συμπίπτουν ως προς την κριτική τους.Η ταύτιση της πολιτικής της jouissance με την μετα- πολιτική και τη μετα- δημοκρατία θα συμπλήρωνα εγώ αποτελεί ευθεία επίθεση στο σχέδιο της ριζοσπαστικής δημοκρατίας του Λακλό αλλά κυρίως στο Σταυρακάκη. Δευτερεύοντα ρόλο έχει η κριτική της μετανεωτερικότητας που θεμελιώνεται στην ιδιωτική απόλαυση που επιβάλει το υπερεγώ. Σωστά επισήμανες τις μεγάλες διαφορές του πολιτικού σχεδίου του Μπαντιού από αυτού του Ζίζεκ. Η αλήθεια, το υποκείμενο, η πράξη, η ενόρμηση θανάτου αποτελούν τον ορίζοντα διαφωνίας του Μπαντιού με τον Ζίζεκ στο θεωρητικό επίπεδο με ποικίλες συνέπειες για το πολιτικό τους όραμα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή